Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2012

Μια "μακρινή" Κατοχή


Paul Klee, Red Baloon
Ο τελευταίος ξυλοπόδαρος

Τον ήξεραν όλοι στη λαϊκή γειτονιά. Ήταν ένας κοντός και ξερακιανός γέρος με πρόσωπο σκαμμένο από τις ρυτίδες, με μάτια χωμένα στις κόχες τους και με μια έκφραση πάντα στοχαστική και θλιμμένη, που δεν άλλαζε ποτέ. Φόρτωνε ένα παλιό καλάθι με λουλούδια στους ώμους, κατηφόριζε στα στενά σοκάκια της Πλάκας και διαλαλούσε με τη βαθιά και μακρόσυρτη φωνή του:
-Λουλούδιαααα...Ο ανθοπώλης.
Γέμιζε αυτή η φωνή τους μικρούς δρόμους κι έφτανε ως τα σκεβρωμένα παράθυρα και τις παλιές πόρτες, που πίσω τους πρόβαλλαν νέες και γριές να δουν τον ανθοπώλη και όταν τους περίσσευε κανένα φραγκάκι ή κανένα δίφραγκο, αγόραζαν ένα μάτσο ανεμώνες ή λίγα τριαντάφυλλα που μαραίνονταν στο παλιό πανέρι.

Χρόνια τώρα αυτή η δουλειά. Ξεκινούσε το πρωί, πριν ακόμα χαράξει καλά και ροδίσουν τα πρώτα σύννεφα της αυγής απ' τις φλόγες του ήλιου, και γύριζε όταν βαρύ κυλούσε το σούρουπο στη φτωχογειτονιά κι άναβαν ένα ένα τα θαμπά μάτια τους οι λάμπες πίσω από τα τζάμια των παραθυριών.
Αυτό γινόταν κάθε μέρα, όλο το χρόνο. Ένα μόνο μήνα άλλαζε δουλειά. Τότε άφηνε κατά μέρος το παλιό καλάθι και τα μυριστικά, που τ' αγόραζε απ' τα περιβόλια, και γινόταν ξυλοπόδαρος.
Φορούσε μια ξεφτισμένη και τριμμένη απ' την πολλή χρήση φορεσιά πιερότου, που στα μανίκια της και στο γιακά χτυπούσαν ακατάπαυστα και χαρούμενα μικρά σκουριασμένα κουδούνια, έδενε κάτω από τα παπούτσια του και γύρω από τα πόδια του μ' ένα χοντρό σκοινί δυο μεγάλα τετράγωνα ξύλα, έπαιρνε ένα ψηλό μπαστούνι και γινόταν μορφή της Αποκριάς.
Άφηνε κατά μέρος κάθε στεναχώρια και λύπη και φόρτωνε το πρόσωπό του με πολύχρωμες μπογιές σαν καραγκιόζης. Έβαφε πράσινο το στενό μέτωπό του, πετούσε δυο μεγάλους κόκκινους κύκλους στα ρουφηγμένα μάγουλά του και τραβούσε κάτω από τα μάτια του πορτοκαλιές και άσπρες γραμμές. Στο αδύνατο πιγούνι του κολλούσε ένα τριγωνικό μουσάκι και πάνω απ' τα χείλη του ένα μεγάλο κόκκινο μουστάκι που, καθώς δε στερεωνόταν καλά, σάλευε κωμικά δεξιά κι αριστερά.
Έτσι βαμμένος και .... πανύψηλος, με τα δυο ξύλινα πόδια που χτυπούσαν αργά και ρυθμικά στις πλάκες των δρόμων, ξεκινούσε για τις φτωχογειτονιές.
Τα παιδιά τρελαίνονταν μαζί του. Τον ακολουθούσαν χαρούμενα και τον πείραζαν μ' αστεία και μισόλογα, ενώ αυτός, τάχα για να τα φοβερίσει, κουνούσε δώθε κείθε το μπαστούνι του, αλλά ποτέ δεν πείραζε κανένα.
Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα πολύχρωμο χαρτονένιο χωνί που το άπλωνε στους περαστικούς, κι εκείνοι έριχναν πρόθυμα μέσα στο περίεργο αυτό ταμείο πενηνταράκια και δραχμούλες, που ο ξυλοπόδαρος τις δεχόταν προθυμα, λέγοντας ένα μεγάλο ευχαριστώ και σκορπίζοντας πλατιά χαμόγελα.
Α, τούτες οι μέρες που κρατούσαν οι Απόκριες ήταν γι' αυτόν μια περίοδος χαράς! Γινόταν άλλος άνθρωπος και μοίραζε, όπως και όσο μπορούσε, το κέφι στους κουρασμένους ανθρώπους, που τον ήξεραν και τον χαιρετούσαν με φωνές και γέλια.
Ήταν ο ξυλοπόδαρος, ένας παράξενος και εύθυμος τύπος που γλίστρησε σιγά κι αθόρυβα απ' τις σελίδες κάποιου παραμυθιού κι ήρθε να σκορπίσει στη φτωχική ζωή τους τη χαρά της παρουσίας του.
Ξυλοπόδαρο τον έλεγαν ακόμη κι όταν περνούσε το καρναβάλι! Είχε ξεχάσει το όνομά του....Κι όταν το θυμόταν, τι σημασία είχε. Ήταν ο ξυλοπόδαρος! Αυτό μόνο!...

Θύμα του πολέμου στάθηκε κι αυτός.
Το τέλος της μικρής ιστορίας του είναι παράξενο, όπως παράξενη ήταν κι όλη η ζωή του.
Μου το διηγήθηκε μια γριούλα απ' τα Ναφιώτικα, τη λαϊκή γειτονιά κάτω απ' την Ακρόπολη όπου έμενε ο ξυλοπόδαρος. Τον ήξερε καλά, αυτή του έπλενε και του σιδέρωνε κάθε Αποκριά την πολύχρωμη φορεσιά του, γιατί ήταν μόνος του και δεν είχε κανένα στον κόσμο.
Ήταν, λοιπόν, την τραγική εκείνη Κατοχή. Ένα βαρύ σύννεφο είχε κυλήσει απ' τον ουρανό κι είχε σκεπάσει την πολιτεία και τις καρδιές των ανθρώπων της.
Ο ξυλοπόδαρος δεν πουλούσε λουλούδια πια. Ποιος είχε τη διάθεση να δώσει τα λίγα λεπτά του για ν' αγοράσει ένα ματσάκι γαρούφαλα ή λίγες ξεφυλλισμένες ανεμώνες!....
Αυτά ήταν πολυτέλειες που δεν είχαν χώρο στις πικραμένες καρδιές των ανθρώπων.
Ο ξυλοπόδαρος τριγυρνούσε -πιο χλωμός τώρα και πιο αδύνατος- άσκοπα στους δρόμους.
Κοιτούσε ολόγυρά του τις θλιμμένες μορφές που τον προσπερνούσαν βιαστικά και η καρδιά του σφιγγόταν από πόνο. Εξάλλου, κανένας δεν τον πρόσεχε πια. Είχαν αλλού οι άνθρωποι τις φροντίδες τους και το ενδιαφέρον τους: στο λιγοστό φαϊ που θα μπορούσαν να που θα μπορούσαν να εξοικονομήσουν γι' αυτούς και τα παιδιά τους απ' τη μαύρη αγορά...

΄Ωσπου φάνηκε σκοτεινό και πένθιμο στα ημερολόγια το Τριώδιο...΄Αλλες χρονιές θα το υποδέχονταν με χαρές και γέλια και θα έστρωναν το δρόμο του με παιχνιδιάρικες σερπαντίνες και με πολύχρομα κομφετί.
Τώρα όμως; Τώρα ούτε που το πρόσεξε κανένας. Τι σήμαινε αν είχε έρθει το Τριώδιο; Οι Αποκριές θέλουν χαρούμενες καρδιές και ξένοιαστα πρόσωπα. Πώς να είναι έτσι μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα της Κατοχής;
Ωστόσο δεν πέρασε εντελώς απαρατήρητη τούτη η γιορτή. Κάποιου η καρδιά χτύπησε παράξενα και τα μάτια του φωτίστηκαν από μια περίεργη λάμψη:  του ξυλοπόδαρου! Και ένα απόγευμα, την ώρα που έπεφτε θλιμένο το σούρουπο, ακούστηκε, η χαρούμενη φωνή του. Μια φωνή που πλημμύρισε με τους τόνους της το στενό σοκάκι της λαϊκής αγοράς και αντήχησε σαν μακρινή μουσική στ' αυτιά και στις καρδιές των κουρασμένων ανθρώπων.
-Ο ξυλοπόδαρος... φτάνει ο ξυλοπόδαρος. Δεχτείτε τον με χαρά και γέλια.
Άνοιξαν σφραγισμένα παράθυρα και διστακτικές, σαν να μην πίστευαν σ' αυτή τη φωνή, φάνηκαν μερικές μορφές ανθρώπων. Τις είδε κι αυτός. 'Ενα χαμόγελο φώτισε το ισχνό πρόσωπό του κι άρχισε να λέει ολο και δυνατότερα:
-Ο ξυλοπόδαρος. Έφτασε ο ξυλοπόδαρος.
Μεμιάς, σαν να έφυγε απ' το μολυβένιο ουρανό το βαρύ σύννεφο που τον σκέπαζε και γλίστρησαν απ' τη γαλάζια αγκαλιά του κάποιες χρυσές αχτίνες ήλιου και χαράς!
Χαμογέλασαν με συγκίνηση σ' αυτή την παράξενα χαρούμενη εμφάνιση οι πικραμένοι άνθρωποι και τον χαιρέτησαν με βουρκωμένα μάτια.
Πάνω και απ' τον πιο μεγάλο πόνο στέκει η δύναμη της ζωής.

Εκείνο το απόγευμα γύρισε όλη τη γειτονιά ο ξυλοπόδαρος και μετά κυκλοφόρησε  και σ' άλλες πολλές γειτονιές.
Βέβαια, η στολή του ήταν πια ολότελα ξεφτισμένη και τα κουδούνια της είχαν εντελώς σκουριάσει και δε σκόρπιζαν τους μικρούς αργυρούς ήχους τους.
Τι σήμαινε όμως; Κι έτσι όπως ήταν, κατόρθωσε να σκορπίσει για λίγο τη χαρά και την προσδοκία, το κέφι και τη χαρά.  

Από τότε δεν ξαναφάνηκε ο ξυλοπόδαρος. Λένε πως δεν τον σήκωσε ο πικρός εκείνος χειμόνας. Μπορεί να είναι αλήθεια. Η παρουσία του ωστόσο μένει. Και κάθε χρόνο, όταν φτάνουν οι Αποκριές, σαν ν' ακούγεται στην παλιά γειτονιά μακρινή και χαρούμενη η φωνή του να λεει:
-Ο ξυλοπόδαρος. Φτάνει ο ξυλοπόδαρος. Δεχτείτε τον με χαρές και γέλια.

ΝΕΣΤΟΡΑΣ ΜΑΤΣΑΣ, Ο ξυλοπόδαρος, Ελληνικές γιορτές. Ιστορίες και παραμύθια για παιδιά, εκδόσεις Πατάκη



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου