Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Του γιοφυριού της Άρτας....και όχι μόνο




«Παρά πλείστοις λαοίς επικρατεί η δοξασία, ότι προς στερέωσιν και προφύλαξιν από οιουδήποτε κινδύνου παντός κτίσματος, απαιτείται να προσηλωθή εις αυτό ζώον, κατορρυτόμενον εις τα θεμέλια ή εντειχιζόμενον· όσον δε ευγενέστερον είναι το ζώον, τόσον μεγαλυτέραν θεωρείται ότι έχει δύναμιν προς προστασίαν του Κτίσματος»

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Ελληνική παραλλαγή:

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
"Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται."
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:
"Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα."

Τ' άκουσ' ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ' αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλι παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
"Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι."
Να τηνε κι εξαναφανεν από την άσπρην στράτα.
Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
"Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργιομισμένος;
"Το δαχτυλίδι το 'πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιος να μπει, και ποιος να βγει, το δαχτυλίδι νά 'βρει;"
"Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ' το φέρω,
εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά 'βρω."
Μηδέ καλά εκατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε,
"Τράβα, καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα."

Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
"Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια 'χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες."

"Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πο 'χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει."
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:
"Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.



Πομακική παραλλαγή:

Τρία αδέλφια γεφυριού τοίχο χτίζανε
Τρία αδέλφια γεφυριού τοίχο χτίζανε
Τη μέρα το χτίζουν, το βράδι γκρεμίζεται
Το βράδι γκρεμίζεται, θυσία θέλει.
Καθίσανε τρία αδέλφια
Να κουβεντιάσουν, να αποφασίσουν.
- Αδέλφια, βρε αδέλφια, τρία αδέλφια,
Ελάτε να κάνουμε δικιά μας συμφωνία
Όποια θα έρθει αύριο νωρίς
Εκείνη θα τη βάλουμε στη μέση στα θεμέλια.
Ξεπρόβαλλε του πιο μικρού (αδελφού)
Του πιο μικρού η όμορφη Γιουρκέ,
Η όμορφη Γιουρκέ, η νέα νύφη.
Στο αριστερό χέρι κρατάει ζεστό πρωϊνό
Στο δεξί της έχει κρύο νερό.
Την είδε ο μικρότερος ο αγαπημένος της
Με το χέρι της έγνεψε πίσω να γυρίσει
Της έκλεισε το μάτι. Εκείνη πήγε πιο γρήγορα.
- Αδέλφια, αδέλφια, τρία αδέλφια
Καλή ευκολία, τρία αδέλφια.
- Ο Θεός μαζί σου, όμορφη Γιουρκέ
- Γιατί μου κλαις πρώτη μου αγάπη;
Πώς να μην κλαίω, όμορφη Γιουρκέ;
Το δαχτυλίδι μου έπεσε στη μέση του γεφυριού.
- Μη μου κλαις πρώτη μου αγάπη
Θα μαζέψω το μανίκι και θα σηκώσω το πανωφόρι
Θα μπω στη μέση στα θεμέλια
Θα σου βγάλω το άξιο το δαχτυλίδι
Το ασημένιο δαχτυλίδι με τη μαρμαρένια πέτρα.
- Ρίξτε της αδέλφια, ξύλο για ξύλο
Πέτρα για πέτρα για να χτίσουμε
την όμορφη Γιουρκέ στη μέση της γέφυρας
- Αφήστε με, τρία αδέλφια
Έχω παιδί, μου είναι ξεσκέπαστο
Μου είναι ξεσκέπαστο και ξεφασκιωμένο.
- Μη μου κλαις όμορφη Γιουρκέ
Έχεις μάνα, θα σου το σκεπάσει
Θα το σκεπάσει και θα το φασκιώσει.



Σερβική παραλλαγή:

Τρεις αδερφοί, οι βασιλιάδες Βουκάσιν, Ούγγλιες και Γκόικο, προσπαθούν να χτίσουν μία γέφυρα πάνω από έναν ποταμό. Όπως και στην ελληνική εκδοχή, το βράδυ αυτό γκρεμίζεται, μόνο που εδώ αυτό είναι έργο μίας νεράιδας. Η νεράιδα λοιπόν επισκέπτεται τον Βουκάσιν, όπως το πουλάκι στο ελληνικό ποίημα, για να του πει μια λύση: πρέπει να θυσιαστούν δύο αδέρφια, η Στόγια και ο Στόγιανε. Ο Βουκάσιν στέλνει τον έμπιστο υπηρέτη του Ντέμιζιρ να τους ψάξει –αυτός προσπαθεί να τους βρει επί τρία ολόκληρα χρόνια χωρίς καμιά όμως επιτυχία. Τότε η νεράιδα δίνει τη δεύτερη εναλλακτική – να θυσιαστεί μία από τις συζύγους των βασιλιάδων. Όταν ο Βούκασιν και ο Ούγγλιες προειδοποιούν τις γυναίκες τους, έρχονται στο επίκεντρο ο Γκόικο και η δική του σύζυγος. Μάλιστα οι άλλες δύο την παρασέρνουν με δόλο στην παγίδα. Εδώ πάλι η σέρβικη εκδοχή συγκλίνει με την ελληνική – πρέπει να θυσιαστεί μία γυναίκα, και μάλιστα μεγάλης σημασίας. Το ποίημα τελειώνει ως εξής: η σύζυγος του Γκόικο φτάνει και αυτός θλίβεται όπως και ο πρωτομάστορας στο ελληνικό τραγούδι. Ο βασιλιάς όμως εδώ χρησιμοποιεί ως δικαιολογία ένα χρυσό μήλο και όχι δαχτυλίδι. Η γυναίκα, πιστή στο πρότυπο της αφοσιωμένης συζύγου που ακολουθείται στις εν λόγω παραλλαγές, κατεβαίνει στα θεμέλια να το πάρει. Αμέσως ο Βουκάσιν και ο Ούγγλιες αρχίζουν να τη χτίζουν και αυτή αρχικά νομίζει ότι πρόκειται για αστείο, αλλά γρήγορα καταλαβαίνει τη μοίρα της.


Αλβανική εκδοχή:



Κάστρο της Ροζάφα

Απλώθηκε ομίχλη πάνω από το ποτάμι της Μπούνα
Για τρεις μέρες και τρεις νύχτες
Μετά από τρεις μέρες και τρεις νύχτες
φύσηξε αεράκι
και πήρε μακριά την ομίχλη .
Την πήγε μέχρι το Βαλντανούζ .
Εκεί που δουλεύανε τρεις αδελφοί .
τρεις αδελφοί χριστιανοί .
Αυτοί , ολημερίς κτίζανε ένα κάστρο
που το βράδυ γκρεμιζόταν .
Από κει περνά ένας Άγιος
- «Καλή δουλειά και καλορίζικο αδέλφια
- «Καλό νάχεις , Άγιε !
Μα πού το βλέπεις το καλορίζικο ;
Ό,τι χτίζουμε όλη τη μέρα
γκρεμίζεται τη νύχτα .
Δείξε μας τι να κάνουμε
για να στεριώσουμε το κάστρο
- «Αν θέλετε εσείς να γίνει καλή δουλειά
ορκιστείτε στο Θεό
στο σπίτι να μην κουβεντιάσετε
και στις γυναίκες σας να μην μαρτυρήσετε τα εξής :
Αύριο κιόλας , όποια από τις γυναίκες σας φέρει το φαγητό πρώτη ,
να τη ρίξετε στα θεμέλια του κάστρου ,
και τότε θα δείτε το κάστρο να στεριώνει ».
Αχ ! Ο μεγαλύτερος αδελφός
παράβηκε τον όρκο του ,
το κουβέντιασε στο σπίτι , το μαρτύρησε στη γυναίκα του .
Το ίδιο έκανε και ο δεύτερος αδελφός .
Ξέχασε τι τον συμβούλεψε ο Άγιος ,
παράβηκε κι αυτός τον όρκο του
και το μαρτύρησε στη γυναίκα του.
ενώ ο μικρότερος αδελφός ,
ο μικρότερος και ο καλύτερος ,
κράτησε τον όρκο του :
Στο σπίτι του δεν το κουβέντιασε
και στη γυναίκα του δεν το μαρτύρησε .
Ήρθε το χάραμα ,
οι πέτρες ράγισαν ,
οι καρδιές χτύπησαν .
Η πεθερά φωνάζει τις νύφες :
Νύφη , μεγάλη μου νύφη ,
οι μαστόροι χρειάζονται φαγητό .
Θέλουν ψωμί και νερό
Μητέρα , δεν μπορώ να πάω .
Σήμερα , θα επισκεφτώ τους δικούς μου ».
Νύφη , μικρή μου νύφη
- « Ορίστε , αφέντρα και μητέρα»
Οι μαστόροι χρειάζονται φαγητό.
Θέλουν ψωμί και νερό ,
θέλουν κολοκύθα με κρασί ».
Μα το Θεό , μητέρα , θα πήγαινα
αλλά έχω παιδί μικρό
-Πήγαινε νυφούλα μου ,
και το παιδί σου θα το προσέχουμε εμείς .
Δε θα το αφήσουμε να κλαίει ».
Εκείνη πήρε φαγητό , πήρε και νερό ,
Πήρε και την κανάτα με το κρασί ,
Και κατεβαίνοντας στην Καζένα ,
Πλησίασε στον τοίχο του κάστρου .
Τα σφυριά σταμάτησαν .
Οι καρδιές χτύπησαν δυνατά .
Τα πρόσωπα χλώμιασαν .
Όταν την είδε ο άντρας της
του έπεσε από το χέρι το σφυρί .
Τι έχεις άντρα μου και άφησες το σφυρί ; »
- «Ήταν γραφτό για σένα ,
να θυσιαστείς » , είπε εκείνος .
- «Έχε γεια , άντρα μου και σε σας κουνιάδια μου .

Μόνο ένα πράγμα σας ζητώ :
Όταν στον τοίχο με σφηνώσετε ,
αφήστε έξω το δεξί μου μάτι ,
το δεξί μου χέρι , το δεξί μου πόδι ,
και το δεξί μου στήθος .
Έχω παιδί μικρό
και όταν αυτό αρχίσει να κλαίει ,
με το ένα μάτι να το βλέπω
με το ένα πόδι να το κουνώ ,
και με το ένα στήθος να το θηλάζω .
Όσο για το κάστρο ,
να υψωθεί ,
το παιδί μου να το χαρεί ,
βασιλιάς να γίνει και να πολεμάει εκεί ! »







Περισσότερες παραλλαγές στην ηλεκτρονική διεύθυνση:

 


Τραγουδώντας το θρύλο:


Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Στις Κυκλάδες μια φορά....


[Βίντεο που αφορά στην εκπόνηση διδακτικού σεναρίου για τον Κυκλαδικό πολιτισμό. Δημιουργήθηκε από τις εκπαιδευτικούς Α/θμιας εκπαίδευσης Κοσμίδου Ευγενία και Μπαξεβανίδου Μαρία στα πλαίσια της επιμόρφωσής τους για την αξιοποίηση και εφαρμογή των Τ.Π.Ε στη διδακτική πράξη].

ή Πώς τα Κυκλαδικά ειδώλια σπάνε τη σιωπή τους

[Ευχαριστούμε για την αντιγραφή όλων των κειμένων τη Χριστίνα Καραγιάννη από το Α1]

Πρώτος και καλύτερος -ποιος άλλος;-

ο Εγείρων πρόποσιν ή, όπως αγαπάνε τα παιδιά, ο Γλεντζές


Είμαι μια μαρμάρινη κούκλα αλλά όχι γυναίκα. Ονομάζομαι γλεντζές, γνωστός σε όλες τις Κυκλάδες. Από τότε που με βρήκε ένας αγρότης αρχίζει η νέα μου ζωή στην εποχή σας. Ειμαι ένα ξεχωριστό ειδώλιο, γιατί δεν έχω ούτε υπόστηριγμα στο χέρι μου. Με μελετούσαν συνέχεια και δεν κατέληξαν πουθενά. Εγω θα σας δώσω την σωστή απάντηση: ήμουν ο πιο γνωστός και κεφάτος γλεντζές σε όλες τις Κυκλάδες. Από το ποτήρι που κρατώ φαίνεται πως μου άρεσε πολύ το κρασί και ότι συχνά  ζαλιζόμουν και κρατιόμουν, για να μην πέσω κάτω.
Είχα δοκιμάσει όλα τα κρασιά των νησιών και ξεχώρισα ότι το Σαντορινιό ήταν το πιο καλό.
Δεν έλειπα ποτέ από τα πανηγύρια και όλοι με περίμεναν για να αρχίσει το γλέντι. Πρώτος άρχιζα το χορό και τελευταίος καθόμουν. Πάντοτε όμως έπινα πολύ και ζαλιζόμουν, αλλά δεν πειράζει. Και εσείς έτσι να ζήσετε, οπώς εγώ. Πάντα να λέτε στην υγειά σας και να γλεντάτε.
Έλενα Νικολαϊδου
Εύη Παπαβασιλείου
Α3
Ένα ειδώλιο που μου έκανε εντύπωση είναι ο ΓΛΕΝΤΖΕΣ. Η στάση του είναι εκπληκτική, κρατώντας ένα
ποτήρι και καθισμένος σε ένα σκαμνί. Εγώ φαντάζομαι την ζωή του πολύ ευχάριστη! Φαντάζομαι πως καθημερινά γλεντάει, γι' αυτό άλλωστε τον λένε και γλεντζέ, πίνει κρασί με τους φίλους του, χορεύει και τραγουδάει. Πάει πάντα σε γλέντια ή συμπόσια και διασκεδάζει όμως πάντα τα βράδια. Το πρωί πάει στη δουλειά του, στο χωράφι έξω από την πόλη που ζει.
Έτσι φαντάζομαι την ζωή του!!!
Ελένη Καραγιαννάκη
Α1
Φαντάζομαι την ζωή του να είναι διασκεδαστική. Μια ζωή γεμάτη τιμές και περιπέτειες. Είναι σε σκαμνί και σηκώνει το ποτήρι του που είναι γεμάτο κρασί για να κάνει μια πρόποση σε ένα τραπέζι όπου βρίσκεται μαζί με τους φίλους του και γλεντάει. Οι αρχαιολόγοι παρατήρησαν ότι το ειδώλιο είναι θαυμάσιο επειδή το χέρι του δεν έχει υποστήριγμα. Έχουν ακουστεί διάφορες θεωρίες αλλά κανείς δεν ξέρει την προέλευση του. Τον έχουν μετρήσει άπειρες φορές. Μέχρι και σήμερα υπάρχουν σκαμνάκια σαν και αυτό όπου κάθονται οι νησιώτισσες. Προς τιμήν του έχουν βγει πολλά ποιήματα.

Να ένα ποιήμα:
Πώς με λες όταν πίνω;
Ο λουλάς και το κλαρίνο
να μου παίζουν τραγουδάκια
που με διώχνουν τα μεράκια.
Κι όταν έρθω πια σε κέφι
δώσε μου να κρατηθώ.
Να μου φέρουν κοκκινέλι
απ΄το νέο το βαρέλι
να χορεύω τσιφτετέλι
κι ως το πρωί να  γλεντώ.               
Βάσω Αμανατίδου
Α1
Ο εγείρων πρόποσιν (ο γλεντζές) που τότε έλεγαν, είναι ένα μαρμάρινο ειδώλιο, που περνούσε την ημέρα του γλεντώντας και πίνοντας. Σκέφτηκε λοιπόν να κάνει ένα μακρινό ταξίδι για να ξεφύγει από την καθημερινή του ζωή. Ηταν φυσικά επηρεασμέμος από τους φίλους του, τ' αλλα είδωλια και ήθελε και αυτός επιτέλους να κάνει κάτι διαφορετικό στη ζωή του. Στην αρχή επέλεξε να γίνει μουσικός, γιατί του άρεσε, όπως έλεγε, να παίζει μουσική και συγκεκριμένα να παίζει άρπα. Προσπάθησε αρκετά, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερε. Τη δεύτερη φορά διάλεξε να γίνει πολεμιστής , ώστε τ' άλλα είδωλα θα τον θυμούνται σαν εναν ισχυρό πολεμιστή. Έκανε ο καημένος τόσες προσπάθειες, μα ούτε σε αυτό δεν τα κατάφερε. Αποφάσισε μετά από τόσες προσπάθειες να επιστρέψει στην πατρίδα του, γιατί πλέον αισθανόταν πολύ ασήμαντος και άχρηστος.
Κυψίδου Ειρήνη
Α2
Ο Εγείρων Πρόποσιν είναι ένα σπάνιο καθιστό μαρμάρινο ειδώλιο, το οποίο κρατά ένα μικρό κυλινδρικό ποτήρι σε στάση πρόποσης και σηκώνει το δέξι του χέρι, χωρίς να το υποβαστάζει με το αριστέρο.
Μαρία Μεντεσίδου
Α2
Ο γλεντζές είναι ένα ειδώλιο το οποίο κάθεται σε ένα σκαμνί και κρατάει ένα ποτήρι. Είναι πολύ μικρό και το ένα ποδαράκι του σκαμνιού είναι λίγο πιο μικρό κι έτσι πηγαίνει πάνω κάτω συνέχεια. Αυτό το μικρό ειδώλιο κάθε μέρα σκέφτεται πώς να φύγει απ' το μουσείο, αλλά με τόσο κόσμο που πηγαινοέρχεται για να το δει, πώς θα φύγει. Ονειρεύεται τη ζωή του μόνο του, χωρίς να το βλέπει κανείς και χωρίς γείτονες, άλλα αγάλματα. Θα ζούσε στην εξοχή και θα έβλεπε τηλεόραση καθισμένος στο σκαμνί του, να πίνει κάθε μέρα το ποτηράκι του και να περνάει καλά μόνος του. Αλλά ξέρει πως αυτό δε θα γίνει ποτέ.
Βαγγέλης Μαυροφρύδης
Α2
Η ζωή του Γλεντζέ πιστεύω πως πρέπει να ήταν γεμάτη ξεγνοιασιά χαρά, κέφι και πολύ γλέντι. Με οποιαδήποτε αφορμή έλεγε ότι πρέπει να το γιορτάσουν με χορό, φαγητό και καλό κρασί. Ήθελε πάντα να έχει παρέα, να γελάει και να λέει αστεία, δηλαδή ήθελε να είναι η ψυχή της παρέας. Αντιμετώπιζε τη ζωή καλοπροαίρετα και αισιόδοξα. Δε στεναχωριόταν με το παραμικρό στραβό που του τύχαινε. Δεν ήθελε να κοιμάται πολλές ώρες. Μετά τη δουλειά έβρισκε πάντα παρέα και γι' αυτό αργούσε να γυρίσει στο σπίτι του. Όταν όμως επέστρεφε, η γυναίκα του τον μάλωνε, αλλά αυτός δεν την άκουγε κι έκανε πάντα του κεφαλιού του. Μάλιστα άρχιζε να τραγουδάει, να χορεύει και να την καλοπιάνει με γλυκόλογα, κάνοντας την έτσι να ξεχνάει το θυμό της και να λέει ότι ήταν ευκαιρία να γιορτάσουν το γεγονός ότι μονιάσανε με χορό. Κουρασμένος πια έπεφτε για ύπνο κι ετοιμαζότανε για την επόμενη ημέρα που θα ήταν ένα νέο γλέντι.
Παγκαλϊδης Ηλίας
Α3
Γεια σας παιδιά είμαι ένα μαρμάρινο ειδώλιο. Το όνομα μου είναι ο ''εγείρων πρόποσιν'', όμως οι περισσότεροι από εσάς με γνωρίζετε με το όνομα ''Γλεντζές''. Κατασκευάστηκα 3.000 χρόνια πριν από τον Χριστό από  κάποιον  σπουδαίο κυκλαδίτη. Μεγαλώνοντας, μεταφέρθηικα σε διάφορους χώρους και μουσεία. Έτσι με γνώρισαν πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι. Πέρασε πολύς καιρός, ώσπου να μετακομίσω στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης. Εκεί μένω και σήμερα  για αυτό  και όσοι από εσάς έχετε επισκεφτεί το μουσείο, ίσως να προσέξατε ένα μικρό, γέρικο ειδώλιο. Αυτό το ειδώλιο είμαι  εγώ και κάθε φόρα που βλέπω τους ανθρώπους να με θαυμάζουν, αισθάνομαι  πολύ περήφανος και ορισμένες φορές μου έρχεται να δακρύσω από τη συγκίνηση!!!
Καλλιόπη Λαμπριανίδου
Σοφία Μαυρίδου
Α2
Η ζωή μου είναι ωραία με γλέντια και χαρές, με τραγούδια και ό,τι  άλλο μπορείς να φανταστείς. Να και ένα ποιηματάκι ''Καλημέρα, καλησπέρα, σε όλου του κόσμου τις γωνιές, το κρασί είναι ωραίο, σας το λέει ο γλεντζές''. Ελπίζω να σας άρεσε. Πάντα σκέφτομαι τα αρχαία χρόνια, όταν με έφτιαξαν από μάρμαρο, αλλά σκέφτομαι και τη νεά γενιά. Μια μέρα τυχαία με βρήκε  ένας γέρος στα χωράφια. Από τότε άλλαξε η ζωή μου και με είδε  όλος ο κόσμος.
[ανωνύμου]


Και έπειτα ο Αρπιστής ή ο Τριγωνωδός 
Πριν από χιλιάδες χρόνια ζούσα στην Κέρο της Σύρου. Είμαι ο Πάρης ένα 15χρονο αγόρι που έπαιζα το τρίγωνό μου στην ακρογιαλιά κοιτώντας τη θάλασσα. Τραγουδούσα για τους φίλους μου, για τα αδέρφια μου και για τα κύματα. Οταν έπαιρνα το τρίγωνο-άρπα  στα χέρια μου, καθισμένος στο θρόνο μου και άρχιζα να παίζω και να τραγουδάω, μαζεύονταν όλοι γύρω μου και με θάμαζαν. Έπαιζα τον ήχο του ανέμου, της θάλασσας και του ήλιου που λάμπει. Μια μέρα πήγα να παίξω σε μια σπηλιά και εκεί με βρήκαν. Είμαι το ειδώλιο του αρπιστή-τριγωνωδού.
Θανος Γκέκας
Α1
Μου αρέσει η μουσική, παίζω άρπα. Άμα ήμουν ζωντανός και με ακούγατε, πιστεύω θα σας άρεσε η μουσική μου. Παίζω 4.312 χρόνια, κάτι ξέρω. Είμαι στο μουσείο μαζί με τους φίλους μου, σ' εκείνους αρέσει η μουσική μου. Με έχουν βάλει να κάθομαι σε έναν περίτεχνο θρόνο, άνετος  είμαι, όταν παίζω μουσική, μου αρέσει να κοιτάζω προς τον ουρανό!
 Ευθυμία Δημητρίου
Α1
Είμαι  από τους πρώτους μουσικούς του ελληνικού κόσμου. Είναι σίγουρο πως ο καλλιτέγνης που με έφτιαξε αγαπούσε τη ζωή. Κάθομαι αναπαυτικά σε μια θαυμάσια καρέκλα που μοιάζει με θρόνο. Με το κεφάλι γερμένο ελαφρά πίσω αποπνέω ζωντάνια και κέφι. Φαντάζεστε πόση προσπάθεια θα χρειαζόταν από τον καλλιτέχνη να φτιάξει εμένα, την τριγωνική άρπα μου και το θρόνο μου με τόση μαστοριά και ευαισθησία!Σκεφθείτε μόνο τα εργαλεία της εποχής και θα καταλάβετε. Αν ταξιδέψετε στην Κέρο, φέρτε μου λίγο χώμα να μυρίσω. Κέρος, Κέρος, νησί μου αγαπημένο.
 Ελένη Αυλογιάρη

Α1

Είμαι ο Αρπιστής που όλη μέρα τραγουδάω και ποτέ δεν σταματάω. Επιτέλους λίγος καθαρός αέρας, τόσα χρόνια εκεί μέσα θαμμένος βαθιά, με έφαγε το χώμα. Δεν φαντάζεστε πόσο χάρηκα όταν άκουσα εκείνο το παιδάκι να λέει: Μαμά, μαμά, έλα γρήγορα, δες αυτό το όμορφο αγαλματάκι που βρήκα.
Από τότε το σπίτι μου έγινε το εθνικό Μουσείο της Αθήνας. Έχω πολλούς φίλους που μου μοιάζουν και κάθε μέρα με επισκέπτονται εκατομμύρια άνρθωποι, άλλοι μάυροι, άλλοι κίτρινοι με σκιστά παράξενα μάτια. Αλλά καταλαβαίνω ότι για αυτούς είμαι σημαντικός. Με βγάζουν φωτογραφίες και με κοιτάζουν αρκετή ώρα. Αν έρθετε και εσείς κάποτε θα χαρώ πολύ και σίγουρα θα θέλετε να ακούσετε τα όμορφα τραγούδια μου!
Χριστίνα Καραγιάννη 
A1 
Εμένα από όλα τα ειδώλια που κάναμε στην ιστορία μού άρεσε ο αρπιστής, γιατί εκφράζει πολλά συναισθήματα σε αυτήν την στάση που έχει κάτσει. Σε αυτήν την στάση που είναι ο αρπιστής φαντάζομαι ότι κοιτάει προς τα πάνω, εμπνέεται καινούργιους στίχους και γράφει τραγούδια που τα παίζει στην άρπα του. Το δεξί του χέρι είναι πιο μπροστά από το αριστερό, ώστε να μην κάνει λάθη, όταν δοκιμάζει τις νότες  στην άρπα του. Επίσης μπορεί να προσπαθεί να βρει ομοιοκαταληξίες για  ένα τραγούδι που θέλει να τραγουδήσει για τον εαυτό του.
Δημήτρης Κιοσές
Α2
Μια μέρα ένας παράξενος άνθρωπος με έφτιαξε πριν απο πολλά χρόνια και μου έδωσε το όνομα αρπιστής. Μετά από πολλά χρόνια με βρήκαν κάτω απο το έδαφος και με πήγαν σε ένα μουσείο το οποίο ηταν γεμάτο από πολλά ειδώλια. Απο το πρωί μέχρι το βράδυ ερχότανε πολύς κόσμος και με έβλεπε. Με θάυμαζαν και με έβγαζαν πολλές φωτογραφίες. Επίσης τους άκουγα να λένε ότι ήμουν το πιο ωραίο ειδώλιο που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα. Επειδή καθόμουν σε μία παλιά καρέκλα και έπαιζα άρπα.
Αγαπητός Κακαρίκας
Α1 
Γειά σας, είμαι ο αρπιστής, είμαι ένα άγαλμα που κάθομαι σε ένα κάθισμα και θα ήθελα να σηκωθώ λίγο γιατί σε αυτήν την καρέκλα έχω πιαστεί, αλλά δεν με απασχολεί πολύ αυτό, γιατί εμένα μου αρέσει να παίζω την άρπα μου. Μου αρέσει να τραγουδάω την απλή ζωή των Κυκλαδιτών. Ο καλλιτέχνης που με έφτιαξε, έκανε πολύ μεγάλη προσπάθεια, την τριγωνική μου άρπα και το θρόνο μου, γιατί τα εργαλεία εκείνης της εποχής ήταν πολύ λίγα και θα έπαιρνε πολυ καιρό, για να με κατασκευάσει. Με αυτά που σας είπα παραπάνω ελπίζω να καταλάβατε τη ζωή μου. 'Ηταν πολύ ευχάριστη και δημιουργική, αν εξαιρέσετε μερικά πράγματα. Θα τα ξάνα πούμε, ο φίλος σας ο ΑΡΠΙΣΤΗΣ!
Πέτρος Βλαχοδήμος
Α1
Ο Αρπιστής περνούσε  την ώρα του με το να παίζει άρπα. Έπαιζε και τραγουδούσε μαζί  με τον φίλο του, τον αυλητή, που έπαιζε διλπό αυλό και βγάζανε τραγούδια. Ήταν ένας από τους πρώτους  και καλούς μουσικούς  στον κόσμο. Όταν  έπαιζε, καθόταν  σε μια μεγάλη και άνετη πολυθρόνα, που μόνο λίγα ειδώλια κάθονταν σε τέτοια. Όταν  τον πήραν οι αρχαιολόγοι  είπαν ότι δεν  έχει στόμα. Όταν  τον πήγαν στο Μουσείο της Αθήνας, είδε πολλά  γλυπτά,  τα οποία  είχαν  και εκείνα θρόνο σαν και αυτόν  και έτσι γράφτηκε και αυτός στην Ιστορία μας.
Μήτκας Αλέξανδρος
Α2
Καθώς  κοιτάζω το ειδώλιο, μπορώ να καταλάβω πολύ εύκολα τι σκέφτεται  ο Αρπιστής. Έχοντας το κεφάλι ψηλά, δείχνει πως γλεντάει, περνάει  καλά και διασκεδάζει. Το μόνο που μπορεί να  σκέφτεται είναι το πώς θα συνεχίσει να γλεντάει, να πίνει και να τραγουδάει. Το μόνο που έχει  στο μυαλό του  είναι να μη  σταματήσει ποτέ αυτή η ανεμελιά. Καθώς τραγουδάει, παίζει την άρπα του, για να μπορεί να ευχαριστήσει  τον βασιλιά, για τον οποίο  βρίσκεται στο παλάτι. Αν και εκτελεί  μία σημαντική δουλειά, ζει σαν πρίγκηπας και είναι ο λόγος, που οι καλλιτέχνες τού φτιαξάν ένα μαρμάρινο ειδώλιο.
[ανωνύμου]
Είμαι το μυστηριώδες Βιολόσχημο ειδώλιο
Είμαι άγαλμα χωρίς κεφάλι και χωρίς πόδια και χέρια. Οι αρχαιολόγοι δεν έχουν ανακαλύψει πολλά πράγματα για εμένα. Πολλοί λένε πως μοιάζω με βιολί και μου έχουν βγάλει παρατσούκλι το βιολόσχημο άγαλμα. Δεν με πειράζει όμως, μόνο που θα ήθελα να έχω κεφάλι, για να μπορώ και εγώ, όπως και εσείς, να βλέπω την ομορφιά του τόπου μας, την ομορφιά της Ελλάδας.
Έφη Δημητρίου
Α1

             




Ο Κυνηγός και η Αμυγδαλομάτα

Τον φαντάζομαι στο ίδιο τάφο με την Αμυγδαλόματα επίσης είχε ένα τελαμώνα  στον αριστερό του ώμο διαγώνια στο στήθος του. Είχε και ένα χαραγμένο μαχαιράκι κι όταν δεν το κρατούσε στο χέρι του το έβαζε στο τελαμώνα του. Στο μουσείο της Δρέσδης στη Γερμανία είναι ένα ειδώλιο που τον μοιάζει. Η Αμυγδαλόματα είχε μια στάση σαν να τους παρακαλάει να μην τους χωρίσουν ποτέ, περάσανε τόσους αιώνες κοντά-κοντά στο ίδιο τάφο. Απο πάνω τους άλλαζαν οι εποχές, έσβησε ο μοναδικός πολιτισμός που τους δημιούργησε και αυτοί αγκαλιασμένοι αφουγκραζόντουσαν τα γέλια και τα κλάματα τόσων γενεών. Τώρα που βγήκανε στο φως αφήστε τους πλάι πλάι!

Μιχαέλα Μπέτζιου
Α3



Το  ειδώλιο που μου άρεσε είναι ο κυνηγός. Φαντάζομαι την ζωή του ότι  κυνηγούσε ζώα για τροφή και για ένδυση. Ήταν μια φορά στο δάσος και κυνηγούσε ένα λαγό και τότε έβγαλε το μαχαίρι από τον τελαμώνα και κυνήγησε το ζώο και το έπιασε. Με χαρά ο κυνηγός το πήγε στην οικογένεια του. Το έψησαν και το έφαγαν και το δέρμα του το έκανε ρούχο.
Νίκος Καραγιαννάκης
Α2
Είναι απο τα λίγα μεγαλοπρεπή ανδρικά ειδώλια. Άλλοι λένε πως είναι κυνηγός και άλλοι πολεμιστής. Ο καλλιτέχνης  είχε δικιά του  άποψη. Τα χέρια του ειδωλίου δεν ήταν διπλωμένα. Είχε μάτια, φρύδια, μύτη, στόμα και αυτιά!!! Αν το δείτε από πίσω θα θαυμάσετε τα μαλλιά του που σχηματίζουν πλεξούδα. Θα προσέξατε τον τελαμώνα που κρέμεται από τον αριστερό του ώμο, διαγώνια στο στήθος του και το μικρό χαραγμένο μαχαιράκι του. Επίσης στο Μουσείο της Δρέσδης στη Γερμανία υπάρχει ένα ειδώλιο που του μοιάζει. Μόνο που σε εκείνο, ο τελαμώνας κρέμεται από το δεξιό του ώμο. Βρέθηκε στον ίδιο τάφο ένα ίδιο ειδώλιο με μεγάλα μάτια, φρύδια, στόμα και αυτιά.' Εχει χοντροκομμένα πόδια και ο αριστερός της ώμος ήταν πιο χαμηλός απο τον δεξιό. Και είχε μια πρωτότυπη στάση των χεριών της. Σαν να μετρά τους χτύπους της καρδιάς της.                                             
Δήμητρα Πείου   
Α3                    
Στον κυκλαδικό πολιτισμό οι άνθρωποι με έφτιαξαν και με  ονόμασαν  ειδώλιο. Αργότερα με ονόμασαν κυνηγό, όπως το επάγγελμα μου. Η δουλειά μου ως κυνηγός ήταν να κυνηγάω και να σκοτώνω τα ζώα για να τα πάω σε ανθρώπους. Κάθε μέρα ξυπνούσα πρωί-πρωί και πήγαινα για κυνήγι. Όταν τέλειωνα το κυνήγι, το πήγαινα στους συνανθρώπους μου. Η γυναίκα μου  είχε ανάψει φωτία  και μετά το βάζαμε για ψήσιμο. Μετά το  τρώγαμε και πηγαίναμε στις σκηνές μας για ύπνο. Το απόγευμα οι τροφοσυλλέκτες  μάζευαν τα φρούτα, τα λαχανικά και τα τρώγαμε  για απογευματινό. Όταν βράδιαζε, ανάβαμε φωτιά και καθόμασταν  γύρω της. Τραγουδούσαμε, χορέυαμε και μιλούσαμε ώσπου  θάφτηκα στο χώμα. Μετά από  πολλά χρόνια με βρήκαν οι αρχαιολόγοι  και με βάλανε στο μουσείο της κυκλαδικής τέχνης.
Ευστρατία  Κεσκιλίδου
Άρτεμις Κεχαγιά
Α2
Ακούστε παιδια! Δε θα το πιστεύετε πώς με βρηκαν. Με βρήκαν, όπως προχωρούσαν  σε ενα χωράφι. Σκόνταψαν στο κεφάλι μου και νόμιζαν ότι είμαι μια ολοστρόγγυλη πέτρα και μόλις έσκαψαν λίγο ανακάλυψαν ότι πρόκειται για ένα αρχαίο  αγαλματάκι. Κατευθείαν με πήγαν σε αρχαιολόγους. Αυτοί ανακάλυψαν ότι είμαι ένα αρχαιολογικό εύρημα και με πήγαν στο μουσείο της Σύρου.
[ανωνύμου]
 
Τα πανέμορφα Γυναικεία ειδώλια

Τα γυναικεία ειδώλια σκέφτονται ότι φτιάχτηκαν από σπουδαίους καλλιτέχνες και ότι έχουν πολύτιμη αξία. Επίσης σκέφτονται ότι χωρίς στόμα  και μάτια, μόνο με τις απαλές γραμμές εμπνέουν καλλιτέχνες. Το κεφάλι τους είναι τριγωνικό και το μέτωπο  κυρτώνει ελαφρά. Η μύτη τους είναι λεπτή, το πηγούνι και οι ώμοι  είναι μυτεροί, έχουν παχουλή κοιλιά, γιατί περιμένουν παιδάκι. Ακουμπάνε τα χέρια τους πάνω στην κοιλιά σα να θέλουν  να το αγκαλιάσουν. Αυτά  τα αγάλματα  τώρα  βρίσκονται στα μουσεία των Κυκλάδων. Αρκετοί άνθρωποι λατρεύουν  αυτά τα ειδώλια και τους αρέσει να μαθαίνουν την ιστορία τους. Όταν φτιάχτηκαν, είχαν χρώματα, κόκκινο και γαλάζιο, αλλά με τον καιρό ξέβαψαν. Επίσης κάποια είχαν και τατουάζ στο στήθος ή στο πρόσωπο. Τα ειδώλια λένε ότι προτιμούν την τωρινή τους εμφάμιση και χαίρονται που στέκονται μπροστά τους παιδιά και τους τραγουδούν διάφορα ποιήματα.
Κριτσάνη Αναστασία
Α2
Κάποτε υπήρχε μια γυναίκα και ένας άνδρας οι οποίοι ήταν παντρεμένοι. Όμως αυτοί δεν μπορούσαν να κάνουν παιδί. Κάποια μέρα όμως, μετά από πολλές και μακρόχρονες προσπάθειες κατάφεραν να απακτήσουν ένα παιδάκι. Για την ακρίβεια ένα κοριτσάκι. Η γυναίκα ήταν πολύ χαρούμενη, για αυτό που της έτυχε και ευχαριστούσε τον θεό. Πέρασαν οι εννέα μήνες και μετά απο μια δύσκολη εγκυμοσύνη  η γυναίκα πρέπει να γεννήσει. Τότε, καθώς και δεν υπήρχαν γιατροί όπως σήμερα, η γυναικα γέννησε μέσα σε ένα στάβλο. Το μωρό γεννήθηκε υγιέστατο, ένα πανέμορφο και χαμογελαστό κοριτσάκι. Καθώς μεγάλωνε, γινόταν όλο και πιο έξυπνο. Το κορίτσι βοηθούσε τους γονείς της, όταν είχε δουλειά στα χωράφια. Κάποια στιγμή γνώρισε ένα άξιο και όμορφο παλικάρι και παντρεύτηκε και έτσι λοιπόν ζήσαν αυτοί καλα και εμείς καλύτερα.
[ανωνύμου]

Είμαι ένα προϊστορικό γλυπτό! Βρέθηκα κοντά στο κυπριακό χωριό Πωρός, στην επαρχία της  Πάφου.  Είμαι  φτιαγμένο από πικρόλιθο και χρονολογούμαι  περίπου στο 3000 π.Χ στη Χαλκολιθική εποχή. Σήμερα  βρίσκομαι στο Κυπριακό Μουσείο  στη Λευκωσία. Η εικόνα μου  χρησιμοποιείται στην όψη των κυπριακών νομισμάτων  του ενός και δύο ευρώ!
Μαρία Λαζαρίδου
Α2