Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Ερωφίλη και Πανάρετος


Η Ερωφίλη είναι τραγωδία του Γεώργιου Χορτάτση. Είναι η πιο γνωστή τραγωδία της κρητικής λογοτεχνίας. Πρέπει να γράφτηκε περίπου το 1595 (αφού αναφέρεται στην επιδημία πανούκλας που έπληξε την Κρήτη ανάμεσα στο 1592 και το 1595) και εκδόθηκε πρώτη φορά το 1637 στη Βενετία.Το έργο αφιερώνεται στον δικηγόρο Ιωάννη Μούρμουρη, δικηγόρο από τα Χανιά. Είναι γραμμένη σε δεκαπεντασύλλαβο ομοιοκατάληκτο στίχο, με εξαίρεση τα χορικά, που είναι γραμμένα σε ενδεκασύλλαβους σε τερτσίνες (τρίστιχες στροφές).
Η Ερωφίλη βασίζεται στο ιταλικό έργο Orbecche (παραστάθηκε το 1541 και τυπώθηκε το 1543) του Giovani Batista Giraldi (1504-1573), χωρίς όμως να είναι δουλική απομίμηση.


Γιάννης Τσαρούχης (1934)

Η τραγωδία αποτελείται από πρόλογο, πέντε πράξεις, χορικά στο τέλος κάθε πράξης και ιντερμέδια (αυτόνομα μουσικοχορευτικά επεισόδια που παρεμβάλλονται μεταξύ των πράξεων). Το έργο διαδραματίζεται στην Αίγυπτο. Ο βασιλιάς της χώρας, Φιλόγονος, έχει σκοτώσει τον αδερφό του, νόμιμο βασιλιά, και έχει ανέβει στο θρόνο μαζί με τη γυναίκα του αδερφού του. Ο βασιλιάς έχει μια κόρη, την Ερωφίλη, που ερωτεύεται έναν νέο που ζει στη βασιλική αυλή, τον Πανάρετο. Ο Πανάρετος είναι γιος του βασιλιά της Τσέρτσας (ίσως να εννοείται η Γεωργία) που έχει κυριευθεί από εχθρούς· έχει καταφύγει στην Αίγυπτο κρατώντας κρυφή την ταυτότητά του γιατί κινδυνεύει η ζωή του, αφού είναι νόμιμος διάδοχος του θρόνου. Οι δύο νέοι έχουν μεγαλώσει μαζί και η φιλία τους εξελίσσεται σε έρωτα που σφραγίζεται με έναν μυστικό γάμο τον οποίο γνωρίζουν μόνο εκείνοι οι δύο.

Τα βασικά πρόσωπα είναι τρία: η Ερωφίλη, ο Πανάρετος και ο Βασιλιάς Φιλόγονος. Ο κάθε ήρωας έχει ένα έμπιστο πρόσωπο: η Ερωφίλη τη νένα Χρυσόνομη, ο Πανάρετος τον φίλο του Καρπόφορο και ο βασιλιάς έναν πιστό Σύμβουλο. Ο χορός αποτελείται από γυναίκες της ακολουθίας της Ερωφίλης και εμφανίζονται επίσης το φάντασμα (Ασκιά) του δολοφονημένου αδερφού του Φιλόγονου και ένας μαντατοφόρος. Τηρείται η κλασικίζουσα ενότητα της δράσης, του χώρου και του χρόνου (ενιαίο θέμα, που διαδραματίζεται σε έναν χώρο και η δράση διαρκεί μία ημέρα).

Το έργο προλογίζεται από τον Χάρο, που αναφέρεται στην παντοδυναμία του και στη ματαιότητα της δόξας και των υλικών αγαθών. Στην πρώτη πράξη εμφανίζεται αρχικά ο Πανάρετος που αποκαλύπτει στον Καρπόφορο το μυστικό του κρυφού γάμου (ενώ μέσα από τη συζήτηση οι θεατές πληροφορούνται για τη βασιλική καταγωγή του) και σε επόμενη σκηνή ο Βασιλιάς αποκαλύπτει στον Σύμβουλο το σχέδιο να παντρέψει την Ερωφίλη και τα προξενιά που του έχουν προτείνει. Στο πρώτο χορικό υμνείται η παντοδυναμία του Έρωτα.


Μακέτα για το κοστούμι της Ερωφίλης στην παράσταση που ανέβασε η φοιτητική
θεατρική ομάδα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1949, 1950), με σκηνοθέτη το Λίνο
Πολίτη και σκηνογράφο τον Γιάννη Τσαρούχη. Δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά την παρά-
σταση του Λαϊκού Θεάτρου, ο Τσαρούχης σκηνοθετεί με άλλη ματιά το ίδιο έργο. Τώρα η
Ερωφίλη του κατοικεί σε ένα αναγεννησιακό παλάτι με έντονα κλασικιστικά στοιχεία. 

Στη δεύτερη πράξη, μετά από ένα μονόλογο του Βασιλιά στον οποίο εκφράζει την αγάπη για την κόρη του, εμφανίζεται στη σκηνή η Ερωφίλη που αφηγείται ένα εφιαλτικό όνειρο και συζητά με την παραμάνα της για τη δυσκολία της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει. Στο τέλος της σκηνής ο Βασιλιάς στέλνει τον Πανάρετο να πείσει την Ερωφίλη να αποδεχτεί ένα από τα δύο προξενιά. Στο χορικό καταδικάζεται η ηθική κατάπτωση και η υπερηφάνεια του ανθρώπου.


σχεδίασμα και μακέτα του σκηνικού από την παράσταση της Ερωφίλης από τη
Λαϊκή Σκηνή του Καρόλου Κουν, το 1934.

ΜΟΙΡΑ ΚΑΚΗ ΚΙ ΑΝΤΙΔΙΚΗ


Τα γέλια με τα κλάματα, με τη χαράν η προίκα
μιαν ώραν εσπαρθήκασι κι ομάδι εγεννηθήκα.
Γιαύτως μαζί γυρίζουσι και το  'να τ' άλλο αλλάσσει
Κι όποιος εγέλα το ταχύ κλαίγει πρίχου βραδυάσει...

[...]

Μοίρα κακή κι αντίδικη, τυραννισμένη μοίρα,
ποια πάθη απού τον έρωτα, ποιες πρίκες δεν επήρα;
Πότες τους αναστεναμούς, γή πότες τ’ ωχ, οϊμένα
τα χείλη μου εσκολάσασι τα πολυπρικαμένα;
Πότες κι εμέ τ’ αμμάτια μου μιαν ώραν εστεγνώσα,
πότες γλυκιά τα σφάλισα κι ανάπαψη μου δώσα;
Στη δούλεψη κι εις τσι καημούς μικρή περίσσα εμπήκα
τσ’ αγάπης, κι όλα τα κακά κι οι παιδωμές μ’ ευρήκα.
Μόνια μου με τον έρωτα κάθ’ ώραν επολέμου,
και κιανενός τα πάθη μου δεν έδειχνα ποτέ μου.

[...]


χίλιες φορές μ' εξόδεψε, χίλιες να πιάνει τόπο
στο νου μου δεν τον άφηνα, μ' ένα ή μ' άλλον τρόπο,
χίλιες τ' αυτιά εμολύβωνα, για να μηδέ γροικούσι
τσι σιργουλιές του τσι γλυκές τα μέλη να πονούσι...
Μα κείνος, μάστορας καλός γιατ' ήταν του πολέμου,
μέρα και νύκτα δυνατό πόλεμον έδιδέ μου...
Κι ώρες γλυκύς μου φαίνετο, κι ώρες πρικύς περίσσια
κι ώρες στρατιώτης δυνατός, κι ώρες παιδάκιν ίσια...
Κι εδά που καλορίζικη παρ ' άλλην εκρατούμου
και χίλιες έτασσα χαρές και ανάπαψες του νου μου,
τόνε θωρώ, τον πίβουλο και την αγάπη αρχίζει
την ψεύτικη που μου 'δείχνε σε μάχη να γυρίζει.

Χίλια ακριβά τασσίματα μότασσε πάσα μέρα,
Και χίλια μόκτιζε όμορφα περβόλια στον αέρα.
Χίλιες ζουγράφιζε χαρές μέσα στο λογισμό μου
Και χίλιες έδειχν' ομορφιές πάντα των ομματιών μου

Τόσον οπού μ' ενίκησε, και δούλη απόμεινά του
Και τσι καημένης μου καρδιάς την εξουσιά έδωκά του.



Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις.
Πρώτη εκτέλεση: Φλέρυ Νταντωνάκη, « Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΡΩΤΙΚΟΣ», 1972

Ο ΟΙΩΝΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ΤΗΣ ΕΡΩΦΙΛΗΣ:



Στην τρίτη πράξη δεσπόζει αρχικά ο διάλογος μεταξύ της Ερωφίλης και του Πανάρετου, που ανταλλάζουν όρκους αιώνιας πίστης, και στη συνέχεια η εμφάνιση της σκιάς του δολοφονημένου βασιλιά που ορκίζεται να εκδικηθεί τον Φιλόγονο. Η πράξη κλείνει με έναν αλαζονικό μονόλογο του Φιλόγονου που μακαρίζει τον εαυτό του για την τύχη και τη δύναμή του και ανακοινώνει την επιθυμία του να συναντήσει την Ερωφίλη για να συζητήσουν για τα προξενιά. Στο χορικό οι γυναίκες καταδικάζουν την επιθυμία για πλούτο και δόξα.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ:


Τον ουρανό στοχάζομαι και τσ' ομορφιές του κόσμου
Και σκοτεινό κι ολότυφλο μου φαίνεται το φώς μου.

Γιατί δεν είναι μπορετό κορμί να ξεχωρίσει
Από την ίδια του ψυχή και να μπορεί να ζήσει.

Χωρίς αέρα το πουλί, χωρίς νερό το ψάρι
Πώς είναι τάχα δυνατό νά 'χουνε ζήσης χάρη;

Και ποιος μιάς κόρης όμορφης φιλιά κι αγάπη χάνει
Κι απέ δεν έχει πεθυμιά πάραυτας ν' αποθάνηι.

Συχνά πολύ αναστέναξα και με περίσσια ζάλη
Τούτα τα λόγια η γλώσσα μου τα πικραμένα ελάλει.

Γιατί ποια ελπίδα με κρατεί, ποιο θάρρος σ' τέτοια κρίση,
Και δεν αφήνει τη φωτιά του πόθου μου να σβήσει;

Τον ουρανό, τη θάλασσα, τη γή και τον αέρα,
Τα' άστρα, τον ήλιο το λαμπρό, τη νύκτα, την ημέρα,
Παρακαλώ ν' αρματωθού, να 'ρθούν αντίδικά μου,
Την ώρα οπ' άλλος θέλει μπεί πόθος εις την καρδιά μου!

ΜΟΥΣΙΚΗ: ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ
ΕΡΜΗΝΕΙΑ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ ΚΑΙ ΕΡΩΦΙΛΗΣ:



ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ:
Στον ήλιον έχω ντήρηση κι εις τ' άστρα που περνούσι
και τσι μορφιές σου, αφέντρα μου, κάτω στη γη θωρούσι
μηδέ χυθού κι αρπάξου σε...

ΕΡΩΦΙΛΗ:
Ή όμορφη είμαι ή άσκημη. Πανάρετε, ψυχή μου,
για σέναν εγεννήθηκε στον κόσμο το κορμί μου.

"ο ομορφότερος ερωτικός διάλογος που έγραψε ποτέ Έλληνας ποιητής" 

Αλέξης Σολωμός

Στην τέταρτη πράξη αποκαλύπτεται πως ο βασιλιάς ανακάλυψε την κρυφή σχέση της Ερωφίλης και του Πανάρετου. Ο σύμβουλος προσπαθεί να τον ηρεμήσει και η Ερωφίλη αντιστέκεται απέναντί του προσπαθώντας να τον στρέψει με το μέρος της. Παρά τις παροτρύνσεις του χορού και του συμβούλου ο βασιλιάς ανακοινώνει την απόφασή του να θανατώσει τον Πανάρετο, τον οποίο συναντά στην τελευταία σκηνή της πράξης. Ο Πανάρετος επιχειρεί να κερδίσει την εύνοια του βασιλιά και επιμένει για τη βασιλική καταγωγή του χωρίς να γίνεται πιστευτός. Στο χορικό οι γυναίκες παρακαλούν τον Ήλιο να βοηθήσει το ζευγάρι.

ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΕΡΩΦΙΛΗΣ:



Ως Ερωφίλη η Βάσω Μανωλίδου
Στην πέμπτη πράξη ανακοινώνεται από τον μαντατοφόρο στον Χορό η σκληρή τιμωρία του Πανάρετου: ο βασιλιάς τον σκότωσε, του έκοψε το κεφάλι, τη γλώσσα και τα χέρια και του ξερίζωσε την καρδιά, με σκοπό να τα προσφέρει ως δήθεν γαμήλιο δώρο στην Ερωφίλη. Η συνάντηση πατέρα και κόρης γίνεται στην επόμενη σκηνή και ο βασιλιάς προσποιείται πως αποδέχεται το γάμο και προσφέρει μία λεκάνη με τα κομμένα μέλη του Πανάρετου στην Ερωφίλη. Εκείνη αυτοκτονεί και στο τέλος του έργου ο χορός σκοτώνει το Βασιλιά.





Ψηφιοποιημένη η έκδοση όλης της Ερωφίλης

 Ο ποιητής Γεώργιος Χορτάτσης

Ο Γεώργιος Χορτάτσης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο στα μέσα του 16ου αιώνα και πέθανε μετά το 1605. Είναι σύγχρονος του Σαίξπηρ και του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου….Καταγόταν από αρχοντική γενιά του Βυζαντίου και οι πρόγονοί του έφτασαν στην Κρήτη από τη Μικρά Ασία. Η οικογένειά του ανήκε στην τάξη των ευγενών ή των μεγαλοαστών. Οι Χορτάτσηδες αναφέρονται από έναν Ιταλό περιηγητή του 15ου αιώνα ως η πρώτη οικογένεια που εγκαταστάθηκε στην Κρήτη την εποχή του Νικηφόρου Φωκά…. Το έργο του περιλαμβάνει όλα τα είδη του αναγεννησιακού θεάτρου: κωμωδία Κατσούρμπος, τραγωδία Ερωφίλη, ποιμενικό δράμα Πανώρια, τα οποία συνέγραψε στα τέλη περίπου του 16ου αιώνα, την εποχή δηλαδή που η Κρήτη βρισκόταν στην καλλιτεχνική και πνευματική της ακμή. Ο Χορτάτσης χαρακτηρίστηκε αναγεννησιακός ποιητής. Η γλώσσα του είναι δημοτική, ιδιωματική. Το κρητικό ιδίωμα, καθαρό και απαλλαγμένο από ξένες γλωσσικές επιδράσεις, σε συνδυασμό με το έντεχνο και επιμελημένο ύφος, καθηλώνει τον αναγνώστη ή ακροατή.

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012

Το Ισλάμ: ένας ολόκληρος, αλλιώτικος κόσμος


Η ισλαμική αρχιτεκτονική και πιο κάτω ο μουεζίνης να καλεί τους πιστούς σε προσευχή. Όπως παλιά, έτσι και τώρα.


Το μεγάλο τέμενος της Δαμασκού στη Συρία


Το δρομολόγιο των ρωμαίων-βυζαντινών εμπόρων:

Ξεκινούσαν από την Κωνσταντινούπολη με πλοία και παρέπλεαν τις δυτικές μικρασιατικές ακτές, προτού πιάσουν κάποιο λιμάνι της Κρήτης ή της Κύπρου. Από εκεί διέσχιζαν πιθανότατα το πέλαγος (λιγότερο πιθανό είναι ότι παρέπλεαν τις ακτές της Συρίας και της Παλαιστίνης, γιατί η διαδρομή αυτή απαιτούσε πολύ χρόνο) και προσορμίζονταν στην Αλεξάνδρεια.

Εμπορική επιστολή, σταλμένη από την Αλεξάνδρεια στο Παλαιό Κάιρο (τέλη 11ου αιώνα):

"Παρακαλώ, λάβε υπόψη ότι δεν υπάρχουν πιπέρι, κανέλα και ζιγγίβερι (ή τζίντζερ, είδος αρωματικής ρίζας) διαθέσιμα στο παζάρι της Αλεξάνδρειας. Αν έχεις από αυτά, κράτησέ τα, γιατί οι ρωμαίοι έμποροι μόνο αυτά αναζητούν με πάθος. Όλοι οι ρωμαίοι έμποροι είναι έτοιμοι να ξεκινήσουν για το Παλαιό Κάιρο. Περιμένουν μόνο την άφιξη δύο πρόσθετων πλοίων από την Κωνσταντινούπολη".

Η εξάπλωση των Αράβων:

http://www.slideboom.com/presentations/218195/%CE%97-%CE%B5%CE%BE%CE%AC%CF%80%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%91%CF%81%CE%AC%CE%B2%CF%89%CE%BD

Εμπόριο και πολιτισμός του Ισλάμ:


Η αληθινή ιστορία της Τροίας



Ήταν μύθος, παραμύθι ή μήπως όχι; Φυσικά και ήταν η αλήθεια. Η επιστροφή στο μακρινό παρελθόν μέσα από την τεχνολογία είναι ένας άλλος μαγευτικός κόσμος.




Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Η Πούλια και ο Αυγερινός...


Ένα παραμύθι για δυο αστέρια, την Πούλια και τον Αυγερινό. Η Πούλια είναι ένα ανοικτό αστρικό σμήνος από 2.500 αστέρια που, επειδή βρίσκονται κοντά, δίνουν την εντύπωση μιας λαμπερής πόρπης (ζώνης). Οι αρχαίοι το ονόμαζαν Πλειάδες.

Οι λαμπρότεροι από αυτούς τους αστερισμούς έχουν ιδιαίτερα ονόματα και είναι οι κόρες του Άτλαντος και της Πλειόνης: Αλκυόνη, Μαία, Μερόπη, Ηλέκτρα, Πλειόνη, Κελαινώ, Ταϋγέτη και Στερόπη. Οι από της αρχαιότητας παρατηρήσεις των Πλειάδων δεν ξέφυγαν της προσοχής του νεο-ελληνικού λαού, που τις ονόμασε κοινώς Πούλια ή Πλειά ή Πιλειά ή Απλειά ή Οπλειά ιδιωματικά και ιστορεί πως ήταν επτά αδελφές, γι΄ αυτό και τις αποκαλούν και «Εφτάστερο» ή «Εξάστερο» (η Μερόπη είναι δυσδιάκριτη).

Ενώ ο Αποσπερίτης ή Έσπερος είναι το πρώτο άστρο που φωτίζει τον ουρανό όταν βραδιάζει και ως Αυγερινός το πρώτο άστρο που εμφανίζεται με την αυγή. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την Αφροδίτη, για τον πλησιέστερο πλανήτη στη Γη. Λάμπει πολύ έντονα στον πρωινό ουρανό ως Αυγερινός ή στον απογευματινό ως Αποσπερίτης. Είναι κοντά στον Ήλιο και γι' αυτό και είναι ορατή μόνο για περίπου τρεις ώρες μετά τη δύση ή πριν την ανατολή. Από όλα τα άστρα του ουρανό είναι το λαμπρότερο, αλλά και το πιο μόνο.

Πίσω από αυτά τα δύο αστέρια, την Πούλια και τον Αυγερινό, κρύβεται ένα πανέμορφο, αν και θλιμμένο, παραμύθι.



Όπως επίσης και ένα τραγούδι πίσω από το σμήνος των Πλειάδων, δηλαδή της Πούλιας. Ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε ένα ποίημα για την Πούλια με τα 7 ευδιάκριτα αστέρια, ενώ ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε το ποίημα αυτό στο έργο του "Μεθυσμένο κορίτσι".


Ενώ πίσω από τον Αποσπερίτη κρύβεται το ομώνυμο τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου σε στίχους και μουσική δική του.

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

Επειδή όλες οι πόλεις έχουν και τα "υπόγειά" τους



Παρακολουθήστε την πόλη κάτω από την πόλη και περιηγηθείτε μετά το 1 μέρος στο επόμενο και έως το 6.

Μάλλον θα σας συναρπάσει!


Ο Όμηρος, τα μυκηναϊκά ανάκτορα και η ποίηση



Παρακολουθήστε την αλήθεια της ομηρικής ποίησης μέσα από την πραγματικότητα του μυκηναϊκού πολιτισμού.

Επειδή ο Σλήμαν δεν έσκαβε τυχαία στις Μυκήνες!

Και επειδή ο Όμηρος δεν γεννούσε πλάσματα της φαντασίας του,

αλλά περιέγραφε ό,τι έβλεπε ή ό,τι η προηγούμενη εποχή του είχε ζήσει.


Τα ανάκτορα της Κνωσσού, όπως δεν τα είδατε!


Εποχή του Χαλκού στον ελλαδικό χώρο: Ο μινωικός πολιτισμός



Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Του γιοφυριού της Άρτας....και όχι μόνο




«Παρά πλείστοις λαοίς επικρατεί η δοξασία, ότι προς στερέωσιν και προφύλαξιν από οιουδήποτε κινδύνου παντός κτίσματος, απαιτείται να προσηλωθή εις αυτό ζώον, κατορρυτόμενον εις τα θεμέλια ή εντειχιζόμενον· όσον δε ευγενέστερον είναι το ζώον, τόσον μεγαλυτέραν θεωρείται ότι έχει δύναμιν προς προστασίαν του Κτίσματος»

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Ελληνική παραλλαγή:

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:
"Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται."
Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι,
δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι,
παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα:
"Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει,
και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,
παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα,
που έρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα."

Τ' άκουσ' ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ' αηδόνι:
Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα,
αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.
Και το πουλι παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε:
"Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι."
Να τηνε κι εξαναφανεν από την άσπρην στράτα.
Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.
Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει:
"Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,
μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργιομισμένος;
"Το δαχτυλίδι το 'πεσε στην πρώτη την καμάρα,
και ποιος να μπει, και ποιος να βγει, το δαχτυλίδι νά 'βρει;"
"Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ' το φέρω,
εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά 'βρω."
Μηδέ καλά εκατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε,
"Τράβα, καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα
τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα."

Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη,
παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.
"Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας!
Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια 'χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη
κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι.
Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι,
κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες."

"Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε,
πο 'χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει."
Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει:
"Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες,
τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.



Πομακική παραλλαγή:

Τρία αδέλφια γεφυριού τοίχο χτίζανε
Τρία αδέλφια γεφυριού τοίχο χτίζανε
Τη μέρα το χτίζουν, το βράδι γκρεμίζεται
Το βράδι γκρεμίζεται, θυσία θέλει.
Καθίσανε τρία αδέλφια
Να κουβεντιάσουν, να αποφασίσουν.
- Αδέλφια, βρε αδέλφια, τρία αδέλφια,
Ελάτε να κάνουμε δικιά μας συμφωνία
Όποια θα έρθει αύριο νωρίς
Εκείνη θα τη βάλουμε στη μέση στα θεμέλια.
Ξεπρόβαλλε του πιο μικρού (αδελφού)
Του πιο μικρού η όμορφη Γιουρκέ,
Η όμορφη Γιουρκέ, η νέα νύφη.
Στο αριστερό χέρι κρατάει ζεστό πρωϊνό
Στο δεξί της έχει κρύο νερό.
Την είδε ο μικρότερος ο αγαπημένος της
Με το χέρι της έγνεψε πίσω να γυρίσει
Της έκλεισε το μάτι. Εκείνη πήγε πιο γρήγορα.
- Αδέλφια, αδέλφια, τρία αδέλφια
Καλή ευκολία, τρία αδέλφια.
- Ο Θεός μαζί σου, όμορφη Γιουρκέ
- Γιατί μου κλαις πρώτη μου αγάπη;
Πώς να μην κλαίω, όμορφη Γιουρκέ;
Το δαχτυλίδι μου έπεσε στη μέση του γεφυριού.
- Μη μου κλαις πρώτη μου αγάπη
Θα μαζέψω το μανίκι και θα σηκώσω το πανωφόρι
Θα μπω στη μέση στα θεμέλια
Θα σου βγάλω το άξιο το δαχτυλίδι
Το ασημένιο δαχτυλίδι με τη μαρμαρένια πέτρα.
- Ρίξτε της αδέλφια, ξύλο για ξύλο
Πέτρα για πέτρα για να χτίσουμε
την όμορφη Γιουρκέ στη μέση της γέφυρας
- Αφήστε με, τρία αδέλφια
Έχω παιδί, μου είναι ξεσκέπαστο
Μου είναι ξεσκέπαστο και ξεφασκιωμένο.
- Μη μου κλαις όμορφη Γιουρκέ
Έχεις μάνα, θα σου το σκεπάσει
Θα το σκεπάσει και θα το φασκιώσει.



Σερβική παραλλαγή:

Τρεις αδερφοί, οι βασιλιάδες Βουκάσιν, Ούγγλιες και Γκόικο, προσπαθούν να χτίσουν μία γέφυρα πάνω από έναν ποταμό. Όπως και στην ελληνική εκδοχή, το βράδυ αυτό γκρεμίζεται, μόνο που εδώ αυτό είναι έργο μίας νεράιδας. Η νεράιδα λοιπόν επισκέπτεται τον Βουκάσιν, όπως το πουλάκι στο ελληνικό ποίημα, για να του πει μια λύση: πρέπει να θυσιαστούν δύο αδέρφια, η Στόγια και ο Στόγιανε. Ο Βουκάσιν στέλνει τον έμπιστο υπηρέτη του Ντέμιζιρ να τους ψάξει –αυτός προσπαθεί να τους βρει επί τρία ολόκληρα χρόνια χωρίς καμιά όμως επιτυχία. Τότε η νεράιδα δίνει τη δεύτερη εναλλακτική – να θυσιαστεί μία από τις συζύγους των βασιλιάδων. Όταν ο Βούκασιν και ο Ούγγλιες προειδοποιούν τις γυναίκες τους, έρχονται στο επίκεντρο ο Γκόικο και η δική του σύζυγος. Μάλιστα οι άλλες δύο την παρασέρνουν με δόλο στην παγίδα. Εδώ πάλι η σέρβικη εκδοχή συγκλίνει με την ελληνική – πρέπει να θυσιαστεί μία γυναίκα, και μάλιστα μεγάλης σημασίας. Το ποίημα τελειώνει ως εξής: η σύζυγος του Γκόικο φτάνει και αυτός θλίβεται όπως και ο πρωτομάστορας στο ελληνικό τραγούδι. Ο βασιλιάς όμως εδώ χρησιμοποιεί ως δικαιολογία ένα χρυσό μήλο και όχι δαχτυλίδι. Η γυναίκα, πιστή στο πρότυπο της αφοσιωμένης συζύγου που ακολουθείται στις εν λόγω παραλλαγές, κατεβαίνει στα θεμέλια να το πάρει. Αμέσως ο Βουκάσιν και ο Ούγγλιες αρχίζουν να τη χτίζουν και αυτή αρχικά νομίζει ότι πρόκειται για αστείο, αλλά γρήγορα καταλαβαίνει τη μοίρα της.


Αλβανική εκδοχή:



Κάστρο της Ροζάφα

Απλώθηκε ομίχλη πάνω από το ποτάμι της Μπούνα
Για τρεις μέρες και τρεις νύχτες
Μετά από τρεις μέρες και τρεις νύχτες
φύσηξε αεράκι
και πήρε μακριά την ομίχλη .
Την πήγε μέχρι το Βαλντανούζ .
Εκεί που δουλεύανε τρεις αδελφοί .
τρεις αδελφοί χριστιανοί .
Αυτοί , ολημερίς κτίζανε ένα κάστρο
που το βράδυ γκρεμιζόταν .
Από κει περνά ένας Άγιος
- «Καλή δουλειά και καλορίζικο αδέλφια
- «Καλό νάχεις , Άγιε !
Μα πού το βλέπεις το καλορίζικο ;
Ό,τι χτίζουμε όλη τη μέρα
γκρεμίζεται τη νύχτα .
Δείξε μας τι να κάνουμε
για να στεριώσουμε το κάστρο
- «Αν θέλετε εσείς να γίνει καλή δουλειά
ορκιστείτε στο Θεό
στο σπίτι να μην κουβεντιάσετε
και στις γυναίκες σας να μην μαρτυρήσετε τα εξής :
Αύριο κιόλας , όποια από τις γυναίκες σας φέρει το φαγητό πρώτη ,
να τη ρίξετε στα θεμέλια του κάστρου ,
και τότε θα δείτε το κάστρο να στεριώνει ».
Αχ ! Ο μεγαλύτερος αδελφός
παράβηκε τον όρκο του ,
το κουβέντιασε στο σπίτι , το μαρτύρησε στη γυναίκα του .
Το ίδιο έκανε και ο δεύτερος αδελφός .
Ξέχασε τι τον συμβούλεψε ο Άγιος ,
παράβηκε κι αυτός τον όρκο του
και το μαρτύρησε στη γυναίκα του.
ενώ ο μικρότερος αδελφός ,
ο μικρότερος και ο καλύτερος ,
κράτησε τον όρκο του :
Στο σπίτι του δεν το κουβέντιασε
και στη γυναίκα του δεν το μαρτύρησε .
Ήρθε το χάραμα ,
οι πέτρες ράγισαν ,
οι καρδιές χτύπησαν .
Η πεθερά φωνάζει τις νύφες :
Νύφη , μεγάλη μου νύφη ,
οι μαστόροι χρειάζονται φαγητό .
Θέλουν ψωμί και νερό
Μητέρα , δεν μπορώ να πάω .
Σήμερα , θα επισκεφτώ τους δικούς μου ».
Νύφη , μικρή μου νύφη
- « Ορίστε , αφέντρα και μητέρα»
Οι μαστόροι χρειάζονται φαγητό.
Θέλουν ψωμί και νερό ,
θέλουν κολοκύθα με κρασί ».
Μα το Θεό , μητέρα , θα πήγαινα
αλλά έχω παιδί μικρό
-Πήγαινε νυφούλα μου ,
και το παιδί σου θα το προσέχουμε εμείς .
Δε θα το αφήσουμε να κλαίει ».
Εκείνη πήρε φαγητό , πήρε και νερό ,
Πήρε και την κανάτα με το κρασί ,
Και κατεβαίνοντας στην Καζένα ,
Πλησίασε στον τοίχο του κάστρου .
Τα σφυριά σταμάτησαν .
Οι καρδιές χτύπησαν δυνατά .
Τα πρόσωπα χλώμιασαν .
Όταν την είδε ο άντρας της
του έπεσε από το χέρι το σφυρί .
Τι έχεις άντρα μου και άφησες το σφυρί ; »
- «Ήταν γραφτό για σένα ,
να θυσιαστείς » , είπε εκείνος .
- «Έχε γεια , άντρα μου και σε σας κουνιάδια μου .

Μόνο ένα πράγμα σας ζητώ :
Όταν στον τοίχο με σφηνώσετε ,
αφήστε έξω το δεξί μου μάτι ,
το δεξί μου χέρι , το δεξί μου πόδι ,
και το δεξί μου στήθος .
Έχω παιδί μικρό
και όταν αυτό αρχίσει να κλαίει ,
με το ένα μάτι να το βλέπω
με το ένα πόδι να το κουνώ ,
και με το ένα στήθος να το θηλάζω .
Όσο για το κάστρο ,
να υψωθεί ,
το παιδί μου να το χαρεί ,
βασιλιάς να γίνει και να πολεμάει εκεί ! »







Περισσότερες παραλλαγές στην ηλεκτρονική διεύθυνση:

 


Τραγουδώντας το θρύλο: