Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013
Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013
Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013
Της θάλασσας
Ο ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου του 1859 σ' ένα αρχοντικό της Πλάκας. Καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών
του Μεσολογγίου. Ήταν γιος του Χρήστου Δροσίνη, που εργαζόταν ως ανώτατος υπάλληλος στο Υπουργείο Οικονομικών και της Αμαλίας Πετροκόκκινου, της οποίας η οικογένεια είχε κατεβεί στην Αθήνα με τον Καποδίστρια. Η οικογένεια του Δροσίνη, εκτός από εύπορη ήταν και γνωστή για τη συνεισφορά της στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του 1821. Παππούς του ήταν ο Γιώργης Καραγιώργης, που σκοτώθηκε στην Έξοδο του Μεσολογγίου το 1826, ενώ ο προπάππος του ήταν ο Καπετάν-Αναστάσης Δροσίνης, γνωστός και ως ο Πρωτοκλέφτης των Αγράφων.Χάρη στη φιλομάθειά του, αλλά και στις οικονομικές
δυνατότητες που είχαν οι γονείς του, σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στη συνέχεια Ιστορίας της Τέχνης στη Λειψία, στη Δρέσδη και στο Βερολίνο.
Από το 1889 ως το 1897 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Εστία, που ο ίδιος μετέτρεψε σε εφημερίδα το 1894. Την ίδια περίοδο ίδρυσε και διηύθυνε τα περιοδικά Εθνική Αγωγή και Μελέτη, καθώς και το ετήσιο Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος. Το 1899 μαζί με τον Δημήτριο Βικέλα ίδρυσαν το Σύλλογο προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων,
που εξέδωσε λογοτεχνικά έργα, λαογραφικές και άλλες μελέτες. Το 1901
ίδρυσε τις σχολικές βιβλιοθήκες και το 1908 το εκπαιδευτικό μουσείο.
Συνέβαλε, επίσης, στην ανέγερση του Οίκου Τυφλών, της Σεβαστοπούλειας
Επαγγελματικής Σχολής και της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας.
Από το 1914 ως το 1923 διετέλεσε τμηματάρχης Δημοτικής Εκπαίδευσης του
Υπουργείου Παιδείας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη σύνταξη του Ιστορικού
Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας και στην εφαρμογή του εκπαιδευτικού
προγράμματος του Ελευθέριου Βενιζέλου. Το 1924, υπό τη διεύθυνσή του,
οργανώθηκε το Μουσείο Κοσμητικών Τεχνών. Έγινε τακτικό μέλος της
Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926, διατέλεσε ο πρώτος
Γραμματέας των Δημοσιευμάτων του Ιδρύματος (1926-1928) και τιμήθηκε με
το Αριστείο των Γραμμάτων και Τεχνών.
Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1879 με ποιήματά του στα περιοδικά Ραμπαγάς και Μη Χάνεσαι. Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο Ιστοί Αράχνης, η σταδιοδρομία του, όμως, ως νέου ποιητή άρχισε το 1884 με τη συλλογή Ειδύλλια.
Ποιητής της νέας αθηναϊκής σχολής -όπως και ο Κωστής Παλαμάς, με τον
οποίο υπήρξε στενός φίλος- χρησιμοποίησε τη δημοτική γλώσσα από τις
πρώτες του δημιουργίες και άντλησε στοιχεία από τα δημοτικά τραγούδια
και τη λαϊκή παράδοση. Ως πεζογράφος, χρησιμοποίησε αρχικά την
καθαρεύουσα, για να στραφεί κι εκεί αργότερα στη δημοτική, με το διήγημά
του Το βοτάνι της αγάπης (1901).
Το 1918 αγόρασε μαζί με τον αδελφό του το σπίτι του θείου τους στην Κηφισιά και από το 1939
έμενε μόνιμα στο οίκημα αυτό που είχε μετονομασθεί σε έπαυλη
Αμαρυλλίδα. Έζησε εκεί τα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της κατοχής
μέχρι το τέλος της ζωής του την 3 Ιανουαρίου 1951. Το σπίτι αυτό έχει αναπαλαιωθεί, είναι σήμερα ιδιοκτησία του Δήμου Κηφισιάς και στεγάζει τη Δημοτική Βιβλιοθήκη από το 1991 και το Μουσείο Δροσίνη από το 1997. Στο
μουσείο αυτό υπάρχει μέσα ολόκληρο το έργο του Δροσίνη.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Γεώργιος Δροσίνης μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την
Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του
Κόσμου με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική
επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση
συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.
Τιμήθηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων της " Ακαδημίας Αθηνών", ενώ το 1947 προτάθηκε από το Ελληνικό Κράτος για το βραβείο Νόμπελ, σε αναγνώριση της αξίας του έργου του, το οποίο τελικά απoνεμήθηκε στο Γάλλο λογοτέχνη Αντρέ Ζιντ (André Gide).
Πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1951, στην Κηφισιά.
"Αμαρυλλίς", το μουσείο Δροσίνη στην Κηφισιά
Μελοποιημένα ποιήματα του Γεωργίου Δροσίνη
"Τι λοιπόν"
"Τι θέλω"
"Εσπερινός"
Της Θάλασσας
"Θαλασσογραφία" του Διονύση Σαββόπουλου
"Θάλασσα πλατιά" του Μάνου Χατζιδάκι
Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013
Ο παραμυθάς της αρχαιότητας
Jean Auguste Dominique Ingres, Apotheosis of Homer, 1827. Στα πόδια του η Οδύσσεια και η Ιλιάδα
Όμηρος, ο παραμυθάς της αρχαιότητας, τα δυο παραμύθια του, Οδύσσεια και Ιλιάδα, με αυτά μεγάλωναν τα παιδιά τότε, με αυτά συνεχίζουν να μεγαλώνουν και τα παιδιά σήμερα. Ένας πόλεμος και μια επιστροφή στην πατρίδα. Η άλωση της Τροίας από τους Αχαιούς, τους Έλληνες, και οι περιπέτειες εκείνου που κατόρθωσε την άλωση, του Οδυσσέα. Η ύβρις, δηλαδή η αλαζονεία, η τίσις που σημαίνει τιμωρία και η νέμεσις, δηλαδή η δικαιοσύνη. Ο Οδυσσέας ξεπερνά τα όρια και τιμωρείται. Δοκιμάζεται έως ότου, ταπεινωμένος, κερδίσει το νόστο, δηλαδή την επιστροφή στην πατρίδα. Ο Όμηρος μιλά για όλα, για τη δοκιμασία της ζωής, το ταξίδι, την αγάπη, το θάνατο, τον πόνο, την αγωνία, τους Θεούς και τους ανθρώπους. Κανείς δε μίλησε για όλα αυτά, όπως εκείνος. Πάνω στα δικά του χνάρια, πορεύονται όλοι οι υπόλοιποι, ποιητές και πεζογράφοι. Ζωγράφοι και γλύπτες εμπνεύστηκαν από το έργο του. Μέχρι τα δικά μας χρόνια. Πολλοί τόποι διεκδικούν την καταγωγή του. Όμως ένας κορυφαίος ποιητής, όπως ήταν αυτός, ένας ακρογωνιαίος λίθος του λόγου, δεν ανήκει στον τόπο όπου γεννήθηκε, παρά σε ολόκληρο τον κόσμο και σε όλους τους αιώνες, τους σύγχρονούς του και προπάντων τους μεταγενέστερους.
Η Αποθέωση του Ομήρου
Μαρμάρινο ανάγλυφο του Αρχίλαου της Πριήνης, 3ος αιώνας π.Χ. Βρίσκεται πλέον στο Βρετανικό Μουσείο
Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας μ.Χ.) του αυθεντικού ελληνικού (2ος αιώνας π.Χ.), Μουσείο του Λούβρου
Όμηρος, 1663. Έργο του Ρέμπραντ
Οι θεόσταλτες Μούσες και η Τέχνη, χάρισμα και δώρο των Θεών στους ανθρώπους
Οι μούσες χορεύουν με τον Απόλλωνα
Ο ποιητής και η μούσα του, Νίκος Εγγονόπουλος
Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013
Τρίτη 4 Ιουνίου 2013
Το καμηλό παλτό
Η
κυρία στεκόταν όρθια έξω από έναν μεγάλο φούρνο στην Κηφισιά. Ήταν ντυμένη
απλά αλλά καλόγουστα και φαινόταν σαν να περίμενε κάποιον. Προσπερνώντας, την
άκουσα να μου ψιθυρίζει: «Συγγνώμη, πεινάμε».
Σταμάτησα
κατάπληκτος, βέβαιος πως δεν είχα ακούσει καλά. Όμως η κυρία, με χαμηλωμένο
βλέμμα, επανέλαβε τη φράση.Μπήκα
βιαστικός στον φούρνο, αγόρασα, έκανα ψιλά και, φεύγοντας, της έβαλα στο χέρι
ένα μικρό χαρτονόμισμα. Δεν μου πήγε να δώσω κέρμα. Πρόσεξα το χέρι. Ήταν
περιποιημένο. Το ψιθυριστό «ευχαριστώ» σχεδόν δεν ακούστηκε.
Το
συναπάντημα αυτό με συγκλόνισε σαν γροθιά στο στομάχι. Σίγουρα κάθε φτώχεια
είναι οδυνηρή, αλλά η φτώχεια του νεόπτωχου αξιοπρεπούς αστού είναι πιο
σκληρή. Δεν έχει μάθει την ένδεια, ζούσε μια καλή ζωή, και ξαφνικά τα χάνει
όλα. Ο άλλος, που ζει χρόνια στη φτώχεια, έχει ξεδιπλώσει στρατηγικές και
άμυνες τις οποίες ο νεόπτωχος δεν υποψιάζεται καν.
Και
ξαφνικά ο νους μου πήγε πολλά χρόνια πίσω. Στο τέλος της φοιτητικής μου ζωής
στη Γερμανία συνεργάστηκα σε μια ταινία και είχα κερδίσει αρκετά. Από τα κέρδη
μου είχα αγοράσει ένα μεγαλοπρεπές καμηλό παλτό.
Γύρισα
στην Ελλάδα, βρέθηκα μέσα σε μία οικογενειακή θύελλα - με αποτέλεσμα, ενώ
υπηρετώ τη θητεία μου, να πρέπει ταυτόχρονα να κερδίσω τα προς το ζην. Όχι
μόνο για μένα αλλά και για τη μητέρα μου.
Πέρασα
δύσκολα εκείνο τον χειμώνα και συχνά κοιμήθηκα νηστικός. Όταν δεν ήμουν
υπηρεσία, φορούσα πολιτικά και χτυπούσα πόρτες για δουλειά. Έκανα τα πάντα:
μεταφράσεις, μαθήματα, κείμενα, αλληλογραφία.Θυμάμαι
τι ζημιά μου είχε κάνει το καμηλό παλτό. «Μα, τι ανάγκη έχεις εσύ;» ο ένας,
«Α, θα παίρνεις ακριβά!» ο άλλος. Μέχρι που βρήκα να το πουλήσω και ησύχασα.
Μαζί με όσα ξεπουλήσαμε τότε -χαλιά, σερβίτσια, κοσμήματα- έφυγε κι
αυτό.
Προσέξτε
λοιπόν: η νέα φτώχεια φοράει συχνά καμηλό παλτό. Και ξεγελάει. Αφήστε που
κρύβεται διότι ντρέπεται. Δεν έχει το θάρρος της ανάγκης της.
Αναζητήστε
την εκεί που δεν την περιμένετε. Δεν ζητιανεύει στις γωνίες, ούτε απαιτεί
φανερά. Αλλά, ψάχνοντας, θα μάθετε για την οικογένεια του απολυμένου πενηντάρη
στελέχους που στερείται που κρυώνει γιατί δεν μπορεί να πληρώσει θέρμανση, που
δεν έχει για το χαράτσι και κινδυνεύει να μείνει χωρίς ρεύμα. Κι αν μπορείτε,
βοηθήστε. Διακριτικά.
ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ
[Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη πριν από λίγες μέρες στο Μαρούσι, βρέθηκε μέσω fb]
Η κυρία στεκόταν
όρθια έξω από έναν μεγάλο φούρνο στην Κηφισιά. Ήταν ντυμένη απλά αλλά
καλόγουστα και φαινόταν σαν να περίμενε κάποιον. Προσπερνώντας, την
άκουσα να μου ψιθυρίζει: «Συγγνώμη, πεινάμε».
Σταμάτησα κατάπληκτος, βέβαιος πως δεν είχα ακούσει καλά. Όμως η
κυρία, με χαμηλωμένο βλέμμα, επανέλαβε τη φράση.
Μπήκα βιαστικός στον φούρνο, αγόρασα, έκανα ψιλά και, φεύγοντας, της
έβαλα στο χέρι ένα μικρό χαρτονόμισμα. Δεν μου πήγε να δώσω κέρμα.
Πρόσεξα το χέρι. Ήταν περιποιημένο. Το ψιθυριστό «ευχαριστώ» σχεδόν δεν
ακούστηκε.
Το συναπάντημα αυτό με συγκλόνισε σαν γροθιά στο στομάχι. Σίγουρα
κάθε φτώχεια είναι οδυνηρή, αλλά η φτώχεια του νεόπτωχου αξιοπρεπούς
αστού είναι πιο σκληρή. Δεν έχει μάθει την ένδεια, ζούσε μια καλή ζωή,
και ξαφνικά τα χάνει όλα. Ο άλλος, που ζει χρόνια στη φτώχεια, έχει
ξεδιπλώσει στρατηγικές και άμυνες τις οποίες ο νεόπτωχος δεν υποψιάζεται
καν.
Και ξαφνικά ο νους μου πήγε πολλά χρόνια πίσω. Στο τέλος της
φοιτητικής μου ζωής στη Γερμανία συνεργάστηκα σε μια ταινία και είχα
κερδίσει αρκετά. Από τα κέρδη μου είχα αγοράσει ένα μεγαλοπρεπές καμηλό
παλτό.
Γύρισα στην Ελλάδα, βρέθηκα μέσα σε μία οικογενειακή θύελλα - με
αποτέλεσμα, ενώ υπηρετώ τη θητεία μου, να πρέπει ταυτόχρονα να κερδίσω
τα προς το ζην. Όχι μόνο για μένα αλλά και για τη μητέρα μου.
Πέρασα δύσκολα εκείνο τον χειμώνα και συχνά κοιμήθηκα νηστικός. Όταν
δεν ήμουν υπηρεσία, φορούσα πολιτικά και χτυπούσα πόρτες για δουλειά.
Έκανα τα πάντα: μεταφράσεις, μαθήματα, κείμενα, αλληλογραφία.
Θυμάμαι τι ζημιά μου είχε κάνει το καμηλό παλτό. «Μα, τι ανάγκη
έχεις εσύ;» ο ένας, «Α, θα παίρνεις ακριβά!» ο άλλος. Μέχρι που βρήκα να
το πουλήσω και ησύχασα. Μαζί με όσα ξεπουλήσαμε τότε -χαλιά, σερβίτσια,
κοσμήματα- έφυγε κι αυτό.
Προσέξτε λοιπόν: η νέα φτώχεια φοράει συχνά καμηλό παλτό. Και
ξεγελάει. Αφήστε που κρύβεται διότι ντρέπεται. Δεν έχει το θάρρος της
ανάγκης της.
Αναζητήστε την εκεί που δεν την περιμένετε. Δεν ζητιανεύει στις
γωνίες, ούτε επαιτεί φανερά. Αλλά, ψάχνοντας, θα μάθετε για την
οικογένεια του απολυμένου πενηντάρη στελέχους που στερείται που κρυώνει
γιατί δεν μπορεί να πληρώσει θέρμανση, που δεν έχει για το χαράτσι και
κινδυνεύει να μείνει χωρίς ρεύμα. Κι αν μπορείτε, βοηθήστε. Διακριτικά…
Πηγή: www.lifo.gr
Η
κυρία στεκόταν
όρθια έξω από έναν μεγάλο φούρνο στην Κηφισιά. Ήταν ντυμένη απλά αλλά
καλόγουστα και φαινόταν σαν να περίμενε κάποιον. Προσπερνώντας, την
άκουσα να μου ψιθυρίζει: «Συγγνώμη, πεινάμε».
Σταμάτησα κατάπληκτος, βέβαιος πως δεν είχα ακούσει καλά. Όμως η
κυρία, με χαμηλωμένο βλέμμα, επανέλαβε τη φράση.
Μπήκα βιαστικός στον φούρνο, αγόρασα, έκανα ψιλά και, φεύγοντας, της
έβαλα στο χέρι ένα μικρό χαρτονόμισμα. Δεν μου πήγε να δώσω κέρμα.
Πρόσεξα το χέρι. Ήταν περιποιημένο. Το ψιθυριστό «ευχαριστώ» σχεδόν δεν
ακούστηκε.
Το συναπάντημα αυτό με συγκλόνισε σαν γροθιά στο στομάχι. Σίγουρα
κάθε φτώχεια είναι οδυνηρή, αλλά η φτώχεια του νεόπτωχου αξιοπρεπούς
αστού είναι πιο σκληρή. Δεν έχει μάθει την ένδεια, ζούσε μια καλή ζωή,
και ξαφνικά τα χάνει όλα. Ο άλλος, που ζει χρόνια στη φτώχεια, έχει
ξεδιπλώσει στρατηγικές και άμυνες τις οποίες ο νεόπτωχος δεν υποψιάζεται
καν.
Και ξαφνικά ο νους μου πήγε πολλά χρόνια πίσω. Στο τέλος της
φοιτητικής μου ζωής στη Γερμανία συνεργάστηκα σε μια ταινία και είχα
κερδίσει αρκετά. Από τα κέρδη μου είχα αγοράσει ένα μεγαλοπρεπές καμηλό
παλτό.
Γύρισα στην Ελλάδα, βρέθηκα μέσα σε μία οικογενειακή θύελλα - με
αποτέλεσμα, ενώ υπηρετώ τη θητεία μου, να πρέπει ταυτόχρονα να κερδίσω
τα προς το ζην. Όχι μόνο για μένα αλλά και για τη μητέρα μου.
Πέρασα δύσκολα εκείνο τον χειμώνα και συχνά κοιμήθηκα νηστικός. Όταν
δεν ήμουν υπηρεσία, φορούσα πολιτικά και χτυπούσα πόρτες για δουλειά.
Έκανα τα πάντα: μεταφράσεις, μαθήματα, κείμενα, αλληλογραφία.
Θυμάμαι τι ζημιά μου είχε κάνει το καμηλό παλτό. «Μα, τι ανάγκη
έχεις εσύ;» ο ένας, «Α, θα παίρνεις ακριβά!» ο άλλος. Μέχρι που βρήκα να
το πουλήσω και ησύχασα. Μαζί με όσα ξεπουλήσαμε τότε -χαλιά, σερβίτσια,
κοσμήματα- έφυγε κι αυτό.
Προσέξτε λοιπόν: η νέα φτώχεια φοράει συχνά καμηλό παλτό. Και
ξεγελάει. Αφήστε που κρύβεται διότι ντρέπεται. Δεν έχει το θάρρος της
ανάγκης της.
Αναζητήστε την εκεί που δεν την περιμένετε. Δεν ζητιανεύει στις
γωνίες, ούτε επαιτεί φανερά. Αλλά, ψάχνοντας, θα μάθετε για την
οικογένεια του απολυμένου πενηντάρη στελέχους που στερείται που κρυώνει
γιατί δεν μπορεί να πληρώσει θέρμανση, που δεν έχει για το χαράτσι και
κινδυνεύει να μείνει χωρίς ρεύμα. Κι αν μπορείτε, βοηθήστε. Διακριτικά…
Πηγή: www.lifo.gr
Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013
Σε βλέπω, με ακούς;
Ταινία μικρού μήκους του Θοδωρή Αδάμου και του Κωστή Ασικέλη με ειδικό βραβείο καλύτερης ταινίας για τα άτομα με αναπηρία.
Casus belli ή αλλιώς αιτία πολέμου
Οι αιτίες πολέμου είναι πολύ πιο κοντά από ό,τι μπορούμε να φαντασθούμε.
Μια ταινία μικρού μήκους του Γιώργου Ζώη.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)