Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Βιβλιοταξιδεύοντας...


"Καλοκαίρι στο κεφάλι" της Φωτεινής Φραγκούλη

Μια φορά κι έναν καιρό, σε έναν  τόπο που ο χειμώνας φτάνει γρήγορα και ξεχνά να φύγει, ζούσε ένα  αγόρι  στην άκρη της μικρής πόλης. Μικρό ήταν και το αγόρι. Ο Χαράλαμπος. Έτσι τον έλεγαν. Και δεν τον φώναζε κανείς ούτε Χάρη ούτε Λάμπη. Μόνο Χαράλαμπο και  Χαραλάμπη. Το όνομά του, το ταίριαξε με τη ζωή του, τα γενέθλιά του που ήταν κατακαλόκαιρο και έλαμπαν όλα, ο ήλιος, τα γενέθλια, το όνομά του.
Πολλά αγαπούσε ο μικρός Χαράλαμπος. Να τα πούμε όλα; Όχι. Ας πούμε όμως λίγα:
Αγαπούσε τους γονείς του, την αδελφούλα του, τη γιαγιά του, την τρίχρωμη μπάλα του, τις ξύλινες μπογιές του, τα πουλιά, το καρπούζι και τη μυρωδιά του. Τις κερασιές ανθισμένες, και τα κεράσια πολύ και το καλοκαίρι ακόμα περισσότερο.
Αλλά κι αυτό το καλοκαίρι, μαύρα μάτια κάνανε να το δούνε και ο μικρός μας φίλος έβλεπε τα σύννεφα να κατεβαίνουν χαμηλά, να σκοτεινιάζει ο τόπος, να φέρνουν βροχές και χιόνι που έκλεινε την πόρτα τους και έλεγε συνέχεια:
“Μαμά, πότε θα 'ρθει το καλοκαίρι;”
“Το καλοκαίρι πότε θα 'ρθει, μπαμπά;”
“Αργεί ακόμα το καλοκαίρι, γιαγιάκα;”
Και όσο έλεγε τη λέξη που αγαπούσε τόσο ζεσταινόταν η καρδιά του, γιατί τα χέρια του ήταν πάντα κρύα και το βράδυ τα δυο αδερφάκια κοιμόταν με τις κάλτσες τους, αφού το σπίτι δεν ζεσταινόταν, όσα ξύλα και αν έριχναν στη σόμπα τους.
Έλεγε η μαμά του: “Αχ βρε Χαραλάμπη, άλλα παιδιά τρελαίνονται για χιόνι, εσύ γιατί δεν το αγαπάς;”
“Το αγαπώ λίγο, λίγο το αγαπώ, απαντούσε. Και συνέχεια ζωγράφιζε, ζωγράφιζε ήλιους και ήλιους, καρπούζια και καρπούζια και γλάστρες με βασιλικό και τη θάλασσα που ήταν μακριά τους, που ήταν όμορφη και πλατιά και μεγάλη.
 “Μπράβο Χαραλάμπη μου, ζωγράφε μου εσύ!”, έλεγε η γιαγιά του που τον αγαπούσε και τον καταλάβαινε. “Μπράβο, το μυαλό, να ξέρεις, είναι καλή αποθήκη. Φύλαγε τον ήλιο σου και το καλοκαίρι σου εκεί. Ό,τι αγαπάς μπορεί να αργεί, αλλά έρχεται.
Ο μικρός Χαράλαμπος πήγαινε στο παράθυρο και έλεγε στα σύννεφα, στην αρχή με καλό τρόπο:
“Φύγετε παρακαλώ, μπορείτε να φύγετε να δω τον ήλιο;”. Πολλές φορές το έλεγε. Πολλές. Και μετά θύμωνε: “Θα φύγετε επιτέλους; Θα φύγετε πια;” Και ακόμα πιο θυμωμένος: “ Ξουτ, ξουτ από δω”.
Μια μέρα ένας κότσυφας πήγε στο παράθυρό του και του πρότεινε τραγουδιστά:
“Τσίιιρ, τσίιιρ, τσιρ τσιρ, βρε Χαραλάμπη, βάλε βρε ένα ψάθινο καπέλο, κίτρινο, σαν τη μύτη μου κίτρινο, να ξεγελάσεις τα σύννεφα, να φέρεις καλοκαίρι.
Και ο μικρός μας φίλος μια και δυο πήρε τα λιγοστά χρήματα που μάζεψε από τα κάλαντα, έβαλε γάντια, σκουφί και κασκόλ και πήγε στο κέντρο της πόλης.
-Ένα ψάθινο καπέλο για τον ήλιο. Κίτρινο παρακαλώ!
Ο έμπορος τον κοίταξε αυστηρά και του είπε:
-Πέρνα σε τέσσερις, πέντε μήνες, παιδί μου.
Πάει σε άλλο μαγαζί.
-Ένα ψάθινο καπέλο για τον ήλιο. Κίτρινο παρακαλώ!
-Δεν έχουμε αγόρι μου τέτοια εποχή ψάθινα καπέλα. Μπα σε καλό σου!
Στο τρίτο μαγαζί ο κύριος έμπορος τον κοίταξε προσεχτικά στα μάτια και του είπε:
-Καλά, περίμενε. Θα σου φέρω από το πατάρι.
-Φτάνουν τα λεφτά να πάρω και της μικρής μου αδερφής;
-Φτάνουν. Πόσο μικρή είναι;
-Δε ζωγραφίζει ακόμα, είπε ο Χαράλαμπος.
Ο κύριος έμπορος ανέβηκε και σε λίγο του έφερε ένα κίτρινο ψάθινο καπέλο, κίτρινο σαν τον ήλιο και τη μύτη του κότσυφα. Και ένα μικρό, άσπρο, με κόκκινη κορδέλα και δυο κερασάκια κόκκινα κολλημένα πάνω της.
-Αχ ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ, έλεγε ο Χαραλάμπης, χοροπηδούσε και έλαμπε από χαρά.
Πήγε να βγάλει το σκουφί, για να φορέσει το ψάθινο καπέλο.
-Άστο, του λέει ο κύριος έμπορος, φόρα το σκουφί σου και βάλε το ψάθινο καπέλο από πάνω. Έχει ψοφόκρυο, μην αρρωστήσεις και σε βρει το καλοκαίρι συναχωμένο.
-Μα το καλοκαίρι θα 'ρθει τώρα, τώρα! Μόλις βάλω το ψάθινο καπέλο!
-Ε καλά, μα εσύ, μέχρι να 'ρθει, φόρα το σκούφο σου. 
-Εντάξει, είπε ο Χαράλαμπος στον καλό κύριο.
Μέχρι να φτάσει στο φτωχικό του σπίτι, οι νιφάδες του χιονιού άρχισαν πάλι το μονότονο χορό τους. Όταν άνοιξε την πόρτα τους και μπήκε, ο ήλιος μπήκε στο σπίτι τους, το όμορφο πρόσωπό του, με το κίτρινο ψάθινο καπέλο πάνω από το σκουφί. Και τα μαγουλάκια του κατακόκκινα από το κρύο, σαν μεγάλα κεράσια δυο.
“Καλώς το καλοκαίρι μου, είπε η μανούλα του, που τον αγκάλιασε και τον φίλησε χαμογελώντας. Και η γιαγιά του, είδε το παράπονό του και τα μάτια του τα βουρκωμένα, τον πήρε στην άκρη και του ψιθύρισε στο αφτί.: “ Μη στεναχωριέσαι, Χαραλάμπη μου, η σκέψη είναι ο πιο καλός τόπος να φυλάξεις τα πολύτιμα που αγαπάς. Κράτα το καλοκαίρι στο κεφάλι”.

Η Φωτεινή Φραγκούλη:

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μόλυβο της Μυτιλήνης. Σπούδασε ψυχολογία και παιδαγωγικά. Εργάζεται στην Αθήνα ως δασκάλα στη δημόσια εκπαίδευση. Έργα της: "Το χωραφάκι της αγάπης", Γνώση, 1990, "Η Κυράνη του δάσους", Αλεξάνδρεια, 1993, "Η Πορφυρένια και το μαντολίνο της", Αλεξάνδρεια, 1995, "Το μισό πιθάρι", Ελληνικά Γράμματα, 2000, "Το ταίρι της αταίριαστης", Ελληνικά Γράμματα, 2003, "Οι άγγελοι των κοχυλιών", Ελληνικά Γράμματα, 2003, "Το τραγούδι της Περσεφόνης", Ελληνικά Γράμματα, 2005, "Εφτά ορφανά μολύβια... εφτά ιστορίες", Ελληνικά Γράμματα, 2008 (βραβείο εικονογραφημένου παιδικού βιβλίου περιοδικού "Διαβάζω", 2009)., "Κατ-γατ-καραγάτ", Εκδόσεις Πατάκη, 2011.

Η Άλωση της Πόλης στο τετράγωνο


Η πρώτη και η δεύτερη Άλωση της Πόλης.

Διαβάζουμε και γράφουμε μετά!


"Άγιε Βασίλη, θα μου κάνεις μια χάρη;" της Μαρίας Παπαγιάννη (εκδόσεις Πατάκη)

Στο βιβλίο της Μαρίας Παπαγιάννη με εντυπωσίασε που οι κουκουβάγιες έπαιρναν τα γράμματα που διάβαζε ο Άγιος Βασίλης και τα τακτοποιούσανε στη βιβλιοθήκη.

Μου άρεσε που το γαλάζιο φτερό του Άη Βασίλη τού υπενθύμιζε τον φίλο του, τον Χάρη. Δεν μου άρεσε που οι νεραϊδοαχτίδες δεν μπορούσαν φέτος να πάνε στα σπίτια των παιδών να δούνε τι συνέβαινε.

Το αγαπημένο μου σημείο από το βιβλίο που διάβασα:

"Δε θα άλλαζε ούτε μια μικρούλα στιγμούλα από τη ζωή του. Ήταν πολύ περήφανος για την αποστολή του".

ΜΙΧΑΕΛΑ ΜΠΕΤΖΙΟΥ, Α3

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Βυζάντιο: Μια χαμένη αυτοκρατορία


Λεπτομέρειες και ουσία:


Το τέλος του Βυζαντίου:


Και τι μας λέει η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ:

Μύθοι και μαντείες στην αρχαία Ελλάδα


Η ασίγαστη ανάγκη του ανθρώπου να γνωρίζει το μέλλον του και να επικοινωνεί με το Θεό του

Πέρσες εναντίον Ελλήνων: η πρώτη "γεύση"


Η πρώτη "γεύση", δηλαδή η 1η εκστρατεία των Περσών εναντίον των Ελλήνων: Μάχη του Μαραθώνα 490 π.Χ.

Πέρσες εναντίον Ελλήνων: ο "αποχαιρετισμός"


Οι Πέρσες επιστρέφουν για στερνή φορά: Η 3η εκστρατεία

Ναυμαχία της Σαλαμίνας-Θεμιστοκλής

Ο αποχαιρετισμός ή αλλιώς, "that's it"

Πέρσες εναντίον Ελλήνων: Η μεγάλη "ήττα"


Η επιστροφή των Περσών: Η 2η εκστρατεία.

Η μεγάλη "ήττα" των Ελλήνων στις Θερμοπύλες.

Εφιάλτες βρίσκεις πολλούς, γέμισε ο τόπος από Εφιάλτες, Λεωνίδα όμως πού θα βρούμε;

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Γεώργιος Βιζυηνός


Ὁ φιλομαθὴς πτωχὸς

1872 Αὐγούστου 30.

Ἀλλοίμονο! εἶμαι φτωχὸ
σ' αὐτοῦ τοῦ κόσμου τὸν τροχό!
εἶμ' ὀρφανὸ καὶ ξένο!…
κι' ἀγράμματο θὰ μένω!

Τοῦ κάκου λὲν - Ὑπομονή·
πολλοὶ σὰν σένα ὀρφανοὶ
καὶ δύστυχοι καὶ ξένοι,
δὲν ἔμειναν θαμμένοι. -

Τοῦ κάκου, Γιατί 'κείνοι 'κεῖ
ἦσαν τῆς Τύχης ἐδικοί,
μὰ 'μένα τὸ καϋμένο…
μ' ἔχει λησμονημένο!

Καὶ νά. Ὠρφάνεψα μικρό,
καὶ τῆς ξενούρας τὸ πικρὸ
μὲ τράνεψεν ἀγιέρι
καὶ τοῦ Θεοῦ τὸ χέρι.

Ἀγάπησαν ἄλλοι φλουριά,
ἄλλοι νὰ τρέχουν μὲ βεριὰ
καὶ μ' ἀψηλὰ καπέλα
χωρὶς δουλειά. Τί τρέλλα!

Τῆς Ἀφροδίτης τὸ παιδὶ
οἱ ἄλλοι, κι' ἄλλοι ὀπαδοὶ
τοῦ Βάκχου νὰ 'πεθάνουν
κι' ἄλλοι ἄλλα νὰ κάνουν.

Ἀγάπησε καὶ τ' ὀρφανό,
Θεέ μου, τί πολὺ πονῶ!
τὰ γράμματα νὰ μάθῃ,
χίλια κακὰ κι' ἂν πάθῃ.

Μ' ἄπληστο στόμα ἀρχηνᾷ
τὰ νάματα τὰ φωτεινὰ
τοῦ Παρνασσοῦ νὰ πίνῃ
μὲ τόση εὐφροσύνη!…

Ἄν φταίγω τ' ἄκακο ἐγὼ
φωτιὰ νὰ πέσῃ νὰ καγῶ·
θαρροῦσα πῶς χορταίνει
ἐκεῖνος ποῦ μαθαίνει.

Δὲν ἤξερα πῶς τ' ἀργυρὸ
τῆς Κασταλίας μας νερό,
σὰ μιὰ φορὰ τὸ πιοῦμε
αἰώνια τὸ διψοῦμε!

Τόρα ἡ ψυχή μου λαχταρᾷ,
μὰ δὲ βαστῶ οὔτε παρᾶ
νὰ 'πάγω 'κεῖ 'ποῦ τρέχει
τὴν γλῶσσά μου νὰ βρέχῃ!…

Μὲ εἶπαν πῶς ἐδὼ πολλοὶ
σὰ ἰδοῦν ἕν' ἄτυχο πουλὶ
ποῦ ἀγαπᾷ τὰ φῶτα
δὲν «τῷ γυρνοῦν τὰ νῶτα.»

Ἔ, νὰ λοιπόν! Στὸ ἀψηλὸ
κατώφλοιό σας κι' ἐγώ, δειλὸ
ἐκάθησα πουλάκι
μ' αὐτὸ τὸ τραγουδάκι.

Ὦ σεῖς, τοῦ γένους οἱ τρανοί,
ἡ Τύχη ὅλα τὰ φθονεῖ,
καὶ τίποτε δὲν μένει
πιστὸ στὴν οἰκουμένη.

Δὲν σᾶς ζητῶ οὔτε ψωμί,
οὔτ' ἕνα ῥοῦχο στὸ κορμί·
Διψῶ! διψῶ τὴ θεία
ἀληθινὴ Παιδεία!

Σεῖς ψάλλετε σ' ὅλη τὴ γῆ.
- Ἀνάφτουμε οἱ ἀρχηγοί,
εἰς τὴ γρῃὰ Ἑλλάδα,
τῆς προκοπῆς τὴ δᾷδα.

Καὶ σεῖς, ὦ Ἀχαιῶν παιδιά,
τοῦ Ἑλικῶνος τὴν ποδιὰ
εἰς τὸ ἑξῆς ἀφῆτε
καὶ στὴν κορφὴ ἀναβῆτε. -

Καὶ 'γω νὰ μείνω τ' ὀρφανό;
μαρτύρομαι τὸν οὐρανό!
εἶμαι παιδὶ Ἑλλήνων!
εἶμαι βλαστάρι 'κείνων!

Σ' αὐτοῦ τοῦ κόσμου τὸν τροχὸ
ναί, ἐγεννήθηκα φτωχό.
Μὰ Ἕλλην ὑπομένει
ἀπαίδευτος νὰ μένῃ;…

Ὦ σεῖς, τοῦ γένους οἱ τρανοί,
ἡ Τύχη ὅλα τὰ φθονεῖ
καὶ τίποτε δὲν μένει
ἐδὼ στὴν οἰκουμένη.

Ἀφήσετε τὴν ἀπονιά.
Βαστοῦν τὸν δίσκο μου 'πο μιὰ
αἱ Μοῦσαι, κι' ἀπ' τὴν ἄλλη
ὁ Λυτρωτής, καὶ ψάλλει.

- Εἶναι 'δικό μου τ' ὀρφανό·
καὶ 'πάνου 'κεῖ στὸν οὐρανό,
δὲν θὰ μετανοήσῃ
ὅποιος τὸ βοηθήσῃ.

 


Απo τη Θράκη φτωχό ραφτάκι
στην Πόλη βρέθηκε
και κει στην Κύπρο γλυκό ψαλτάκι
μαυροφορέθηκε

Σαν αεράκι πάνω στο χέρι του
της μάνας του η ευχή
βασιλοπούλα να 'ναι το ταίρι του
με ταπεινή ψυχή

Από τα ξένα για την Αθήνα
καρδιά φτερούγισε
μαύρο αηδόνι τα χρoνια εκείνα
πικρά τραγούδησε

Ποιαν αγαπούσες, πες μας Γιωργάκη μου
και πόνεσες πολύ
τρελοί δεν είναι παλικαράκι μου
αχ, όλοι οι τρελοί

Ανέμους είχε μες στο μυαλό του
όπου πορεύτηκε
πήρε απ' το χέρι τον άγγελό του
και ξενιτεύτηκε

Μιλάει η μάνα προς την εικόνα του
στα μάτια τα χλωμά
χρυσό να στείλει τον αρραβώνα του
σε ένα μαχραμά

Από τα ξένα...
Ποιαν αγαπούσες...

Στιχουργός: Ηλίας Κατσούλης
Μουσική: Ορφέας Περίδης